Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ο Γάμος


Ο Γάμος


Ο Γάμος

Ο Θεός δεν δημιούργησε άτομα, αλλά κοινωνία προσώπων μέσα στον Αδάμ υπήρχε ήδη η Εύα (Γέν. α' 27. β' 18-25. Ματθ. ιθ' 3-6).
Ο ίδιος ο Θεός, με την ευλογία του πρώτου ζεύγους,ακόμη πριν από την πτώση, συνέστησε το μυστήριo του γάμου(Γεν. α' 28). Μέσα στο γάμο εκφράζεται η μία ανθρώπινη φύση, στην οποία μετέχουν οι σύζυγοι σαν ξεχωριστά πρόσωπα: «και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Γέν. β' 24).
Έτσι ο Θεός με την αγαθότητά Του θέσπισε το γάμο, μέσα στον οποίοοι σύζυγοι ξεπερνούν τον εαυτό τους, ακόμη και μετά την πτώση, και διδάσκονται την επιστρoφή στην ενότητα, η οποία συνεχώς ευρύνεται και αγκαλιάζει όλο και περισσότερα πρόσωπα.
Ο γάμος πού Τελείται «εν Κυρίω» (Α' Κορ. Ζ' 39) προσλαμβάνεται σαν δεσμός στο σώμα της Εκκλησίας και έτσι δεν εκφράζει απλώς την ένωση του Χριστoύ με την Εκκλησία, αλλά ο ίδιος ο δεσμός του γάμου «εν Κυρίω» γίνεται Εκκλησία: «εγώ δε λέγω εις Xριστόν και εις την Έκκλησίαν» (Εφεσ. ε' 23).
Η διαφορά μεταξύ του φυσικού δεσμού και του γάμου «εν Κυρίω» είναι ακριβώς αυτή:ότι με το μυστήριo, η Εκκλησία προσλαμβάνει το δεσμό αυτό στο σώμα Της και τον εντάσσει στην υπηρεσία της αιώνιας αγάπης. Οι σύζυγοι ξεπερνούν τον εγωκεντρισμό τους και ξανατοποθετούνται στο δρόμο πού οδηγεί στην κοινωνία προσώπων, στην ενότητα της μιας ανθρώπινης Φύσης, «εις Xριστόν και εις την Εκκλησίαν». Αντίθετα ο γάμος πού δεν συνάπτεται «εν Κυρίω», ο φυσικός δηλαδή δεσμός, τελειώνει στον τάφο.
Ο γάμος ο «εν Κυρίω» ευλογείτο στηνπρώτη Εκκλησίααπό τον επίσκοπο ή τουλάχιστoν από τούς πρεσβυτέρους πού είχαν την άδεια του επισκόπου. Mάλιστα η τέλεση του γάμου συνδεόταν με τη θεία ευχαριστία.
«Μετά γνώμης του επισκόπου την ένωσιν ποιείσθαι, ίνα ο γάμος η κατά Κύριον, και μη κατ' επιθυμίαν» (Ιγν., επιστ. προς Πολύκ. V).
Σ' ένα τέτοιο γάμο η σαρκική ένωση ευλογείται και όλα έχουν μέσα στην Εκκλησία πνευματικό περιεχόμενο: «Ο δε και κατά σάρκα πράσσετε, ταύτα πνευματικά εστίν, εν Ιησού γαρ Χριστώ πάντα πράσσετε» (Ιγν., Εφεσ. 8,2).

Το γεγονός της τέλεσης του γάμου στα πλαίσια της θείας ευχαριστίας βεβαιώνει οΤερτυλλιανός(Ad uxorem βιβλ. 2,9. Pr. haer. 40).
Ο δεΜ. Βασίλειοςσημειώνει: «ο δεσμός της φύσεως και ο ζυγός δια της ιερολογίας, ας είναι ένωσις των μακράν άπεχόντων» (Βασ., εις εξαήμ. ζ' 5). «Στην Εκκλησία δεν πραγματοποιείται φυσικός συζυγικός δεσμός, αλλά άγιο μυστήριο γάμου» (Αυγουστ., Πίστις καί έργα 7,10).
Και στον Πρoτεσταvτισμό ο γάμος θεωρείται ιερός θεσμός και είναι σε χρήση ειδική «τελετή» του γάμου στην Εκκλησία. Όμως η τελετή αυτή, δεν έχει το χαρακτήρα του μυστηρίου.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ



Read more:http://www.egolpion.net/7B55B5BA.el.aspx#ixzz2kRIX3VJi

Η Θεία Ευχαριστία

Η Θεία Ευχαριστία


 
Ηευχαριστία
       
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύσσει πώςκοινωνούμε πραγματικάτο σώμα και το αίμα του Κυρίου(Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 15-20. Ιω. στ' 51-56. Α' Κορ. ια' 24-26).
 Δέχεται πώς η ευχαριστία είναι ανάμνηση του πάθους του Χριστού(Λουκ. κβ' 19. Α' Κορ. ια' 24-25), αλλά δεν δέχεται πώς είναιμόνοανάμνηση!
 Ο Χριστός εξετέλεσε τη θυσία Του «εφάπαξ»(Εβρ. Ζ' 27. θ' 12.28), επομένως η θυσία αυτήδενεπαναλαμβάνεται. Όμως ο ίδιος ο Κύριος προσφέρει το σώμα Του και το αίμα Του πριν από τη μοναδική θυσία του Γολγοθά(Ματθ. κστ' 26-28. Μαρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 19-20)και δίνει εvτoλή στους μαθητές Του να κάνουν και αυτοί το ίδιο μέχρι τη δευτέρα Του παρουσία, δηλώνovτας πώς η «βρώσις» του σώματός Του και η «πόσις» του αίματός Του είναι απαραίτητα για τη σωτηρία(Ιω. στ' 31-50. Α' Κορ. ια' 23-29).
 Πώς είναι δυνατόν να τελεσθεί η θεία ευχαριστία πριν από τη σταυρική θυσία του Κυρίου; Τούτο καλύπτεται βέβαια από το μυστήριο! Όμως η θεία ευχαριστία, πού ετέλεσε ο Χριστός πριν από τη θυσία του, αποτελεί «μυστηριακή μετοχή» στη μία και μοναδική θυσία του Γολγοθά.
 Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία ευχαριστία πού τελεί η Εκκλησία:είναι μετοχή της μιας και μοναδικής θυσίας πού πρόσφερε ο Χριστός. Οι ιερείς της Εκκλησίας οικονόμοι των μυστηρίων Του είναι διάκονοι του Χριστού,(Α' Κορ. Δ), προσφέρουν αληθινή θυσία πάνω στο θυσιαστήριο της Εκκλησίας(Εβρ. ιγ' 10), πού ονομάζεται μάλιστα και «τράπεζα του Κυρίου», η οποία αντιπαραβάλλεται με το ιουδαϊκό και το ειδωλολατρικό θυσιαστήριo(Α' Κορ. ι' 16-21).
 Με τον τρόπο αυτό αποδεικνύεται πώς η τέλεση της θείας ευχαριστίας την οποία παρήγγειλε ο Xριστός να τελούμε πάνω στο Χριστιανικό θυσιαστήριo(Εβρ. ιγ' 10), είναι η «θυσία καθαρά», η οποία προφητεύτηκε(Μαλαχ. α' 11). Δεν είναι επανάληψη της θυσίας του Xριστoύ, αλλά μυστηριακή μετοχή στη μία και μοναδική θυσία, ώστε τα επί μέρους μέλη(Ρωμ. ιβ' 5. Έφεσ. δ' 25)να ενώνονται και να συγκροτούν το ένα σώμα(Εφεσ. δ' 4. Α' Κορ. ι' 17).
 Έτσι με τη θεία ευχαριστία, με τη μετοχή του ανθρώπου στη θεία Ζωή(Ιωαν. ιδ' 6. Β' Πέτρ. α' 4), εκπληρώνεται ο σκοπός της θείας οικονομίας, δηλαδή η εν Xριστώ  κοινωνία, πού είναι η σωτηρία του ανθρώπου(Ιωαν. στ' 53-54. ια' 52. ιζ' 21-23).
 Η συμμετοχή στη θεία ευχαριστία δεν είναι μέσο για ενότητα, αλλά έκφραση, φανέρωση τηςενότητας στο ένα σώματου Xριστoύ. Γι' αυτό και τασχίσματααποτελούν τραύματα στο σώμα της Εκκλησίας δεν εκφράζουν το αληθινό νόημα της θείας ευχαριστίας(Α' Κορ. α' 13. ι' 16-18. 18-23).
 Αυτό είναι το δόγμα της αγίας Γραφής στο θέμα της θείας ευχαριστίας. Τούτο μαρτυριέται από τον αλάνθαστο ερμηνευτή της αγίας Γραφής, την Εκκλησία(Α' Τιμ. γ' 15)στους μεταπoστoλικoύς χρόνους, όπως αποδεικνύουν τα πρωτοχριστιανικά κείμενα.
 Η «Διδαχή» (90-110 μ.Χ.) αναφέρεται στη «θυσία καθαρά» του Μαλαχίου(α' 11)και την ταυτίζει με την ευχαριστία(Διδαχή XIV,1). Οάγιος Ιγνάτιος(†11O) προτρέπει: «Σπουδάσατε ουν μιά ευχαριστία χρήσθαι μία γάρ σάρξ του Κυρίου ημών Ιησού Xριστoύ, και εν ποτήριον εις ένωσιν του αίματος αυτού, εν θυσιαστήριoν ως εις επίσκοπος άμα τω  πρεσβυτερίω και τοίς διακόνοις, τοίς συνδούλοις μου, ίνα ο εάν πράσσητε, κατά Θεόν πράσσητε»(Iγν., Φιλαδ. 4).
  ΟIoυστίνoς(†163/167) συνδέει την θεία ευχαριστία με την «θυσίαν καθαράν»(Μαλαχ. α' 11. Ioυστ., Διάλ. πρός Τρύφ. 41,2-3)και υπογραμμίζει πώς δεν είναι κοινός άρτος και «κοινό πόμα», αλλά «δι' ευχής λόγου» ο άρτος και ο οίνος γίνονται «αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν»(Ιoυστ., Αποκ. 66,2). Mάλιστα προσθέτει: «εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι», δηλαδή αυτό δεν είναι άποψη του Ioυστίνoυ, αλλά διδασκαλία της Εκκλησίας.
 ΟΕιρηναίος(†220) αναφέρει ακόμη και την «επίκληση» του Αγίου Πνεύματος για τη μεταβολή του άρτου σε σώμα και του οίνου σε αίμα του Xριστoύ. «Εάν λοιπόν το περιεχόμενο του ποτηρίου και ο ετοιμασμένος άρτος δεχθούν το λόγο του Θεού και η ευχαριστία γίνει σώμα Χριστoύ, ώστε η ουσία της σάρκας μας να ανυψώνεται και να στηρίζεται, πώς μπορούν να λέγουν ότι η σάρκα δεν μπορεί να λάβει τη χάρη του Θεού, πού συνίσταται στην αιώνιο Ζωή, αφού τρέφεται από το αίμα και το σώμα του Κυρίου και γίνεται μέλος;»(Ειρην., Κατά αιρ. V, 2.3).
  «Ο άρτος πού προέρχεται από τη γη, αν λάβει την επίκληση του Θεού, δεν είναι πλέον άρτος, αλλά όπως η ευχαριστία συνίσταται από δύο στoιχεία, ένα γήινο και ένα ουράνιο, έτσι και τα σώματά μας, εάν μεταλάβουν την ευχαριστία, δεν ανήκουν πλέον στη φθορά, αλλά έχουν την ελπίδα της αναστάσεως»(Ειρ. Κατά αιρ. IV, 18,15. Πρβλ. και Απόσπ. 37 εν ΒΕΠ 5,183).
  Αυτή η διδαχή προσφερόταν στην πρώτη Εκκλησία στους «φωτιζόμενους» και «νεoφωτίστoυς», όπως μαρτυρούν οι μυσταγωγικές κατηχήσεις του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων (†386): «Ο άρτος της ευχαριστίας», αναφέρει, «μετά την επίκλησιν του Αγίου Πνεύματος, ουκ έτι άρτος λιτός, αλλά σώμα Xριστoύ»(Κατήχ. Γ' 3), δηλαδή είναι σώμα Χριστoύ και όχι απλός άρτος. «Ώστε μετά πάσης πληροφορίας», δηλαδή με κάθε βεβαιότητα, «ως σώματος και αίματος μεταλαμβάνομεν Χριστού. Εν  τύπω γάρ άρτου δίδοταί σοι το σώμα , και εν τύπω οίνου δίδοταί σοι το αίμα», εις τύπον άρτου σου δίδεται το σώμα και εις τύπον οίνου σου δίδεται το αίμα, «δια να γίνης, αφού μεταλάβης το σώμα και το αίμα τού Χριστού, σύσσωμος και σύναιμος αυτού τού Χριστού. Διότι με αυτόν τον τρόπον γινόμεθα χριστοφόροι, με το να διαδίδεται σε όλα μας τα μέλη το σώμα και το αίμα Του, και μέτοχοι θείας Φύσεως, καθώς λέγει ο μακάριος Πέτρος»(Κατήχ. Δ' 3).
  Ο άγιοςΙωάννης ο Χρυσόστομοςρωτά: «Ποιός ποιμένας τρέφει τα πρόβατα με τα ιδικά του μέλη;», υπάρχουν μητέρες πού δίνουν τα παιδιά τους σε άλλες τροφούς, αλλά ο Χριστός «μας τρέφει ο ίδιος με το δικό Του αίμα και σε όλα μας συνδέει άρρηκτα με τον εαυτό Του. Εκείνος συμφύρει τον εαυτό Του με τον καθένα δια των μυστηρίων». Εκείνους πού αναγέννησε «τούς εκτρέφει με τον εαυτό Του και δεν τούς δίνει σε άλλον και με αυτό πάλι για να σε πείσει ότι έλαβε τη δική σου σάρκα... Δεν βλέπετε τα βρέφη με πόση προθυμία αρπάζουν τον μαστό;»(Χρυσ., Ομιλ. ΠΒ' 5 εις τό κατά Ματθ.).
 Η Ορθόδοξη Εκκλησία λοιπόν απορρίπτει την Προτεσταντική διδαχή πώς η ευχαριστία είναι «συμβολική και αναμνηστική τελετή». Και στηρίζεται στην αγία Γραφή, όπως την ερμήνευσε η Εκκλησία μέσω των ποιμένων της.

 ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Read more:http://www.egolpion.net/efxaristia.el.aspx#ixzz2kRI39w7g

Ποιά είναι η Εσχατολογική Εκλησία


Ποιά είναι η Εσχατολογική Εκλησία


ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

     Oι πεντηκοστιανοί ισχυρίζονται πώς απoστoλή τους είναινασυγκροτήσουν την εκκλησία των εσχάτων καιρών, την εκκλησία πού θα παραλάβειοΚύριος και επικαλoύvται την δήθεν έκχυση τού Άγίου Πνεύματος στις πεντηκοστιανέςομάδες τού αιώνα μας.
Ανεξάρτητα απότοότι σύμφωνα με τη Γραφή η εκκλησία υφίσταται δια μέσου των αιώνων και, συνεπώς, δεν μπορείνατοΆγιο Πνεύμα οδηγεί στην ενότητα και όχι στη διαίρεση (Ιω. ιστ' 13. ΈΦεσ. δ' 3-5. 13).πρωτοεμφανίστηκε στον αιώνα μας, παρατηρούμε πώς οι διάφορες πεντηκοστιανές ομάδες δεν έχουν «μία πίστη», αλλά παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές στη δογματική διδασκαλία, ακόμη και στο βασικό δόγμα της Άγίας Τριάδος.
Γενικά παρατηρούμε πώς ή κίνηση των πεντηκοστιανών δεν συνέβαλε στην ενότητα, αλλά στη μεγαλύτερη διαίρεση των προτεσταντικών ομάδων.
Oι πεντηκοστιανοί διακρίνουντο«μικρό ποίμνιο»,το όποιοταυτίζεται δήθεν με την εκκλησία των «εκλεκτών», από την εκκλησία των «μαζών», πού ταυτίζεται με τον «κόσμο», είναι λένε, η «κατ' όνομα εκκλησία», πού δεν εναρμονίζεται μετοΠνεύμα τού Θεού. Όμως η άποψη αύτή δεν είναι σύμφωνη με την αγία Γραφή.
Το «μικρό ποίμνιο» τούΛουκ. ιβ' 32αναφέρεται στην εποχή της Καινής Διαθήκης και όχι στη σημερινή εποχή. Τότε η εκκλησία είχε τη συναίσθηση πώς βρίσκεται αντιμέ­τωπη με τη μεγάλη πλειoψηφία της κοινωνίας, πού δεν είχε δεχθεί τη Χριστιανική πίστη.
Όμως σε κάποια στιγμή, σε πoλλές περιοχές της γης, έπαυσενααπoτελεί μειονότητα.Αυτό δεν σημαίνει πώς «αποστάτησε».
 Αν δεχθούμε αυτή την άποψη των πεντηκοστιανών, πρέπεινασυμπεράνουμε πώς και η κίνησή τους, λόγoυ χάρη στις περιοχές της Νότιας Αμερικής, πού στο μεταξύ έγινε πλειoψηφία, έπεσε σε αποστασία.
 Αποδεικνύεται δηλαδή πώς η παλιά διάκριση έχασε τη σημασία της και πώς δεν είναι δυνατόννακαθηλώσoυμε την εκκλησία στην ιστορική εποχή τού ξεκινήματός της.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ



Read more:http://www.egolpion.net/746BD5EB.el.aspx#ixzz2kRHdO4tX

Eσχατολογία

Eσχατολογία


 
Eσχατολογία 
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


  Oι χιλιαστικές αντιλήψεις της κίνησης απορρίπτονται από την αγία Γραφή.
Ο Iωάννης βλέπει τον Άγγελο να «δένει» τον Δράκοντα για «χίλια έτη», στα οποία βασιλεύουν όσοι δεν προσκύνησαν «το θηρίον και την εικόνα αυτού» (Αποκ. κ' 1-4. Βλ. και ιγ' 11-17. ιδ' 9-11). Οι «λοιποί των νεκρών» δεν ανέζησαν μέχρι πού να συμπληρωθούν τα «χίλια έτη». Αυτή είναι η «πρώτη ανάσταση» και αυτός πού θα λάβει μέρος σ' αυτήν δεν θα γευθεί το «δεύτερο θάνατο», αλλά θα βασιλεύσει με τον Χριστό «χίλια έτη» (Αποκ. κ' 4-6. Βλ και β' 11. κα' 8). Μετά, ο Σατανάς θα λυθεί για να πλανήσει τα έθνη, θα ακολουθήσει η μεγάλη θλίψη, πού όμως θα τελειώσει με την συντριβή του Διαβόλου και των οργάνων του (Αποκ. κ' 7-10).

Πράγματι, με την έλευση του Χριστού ο Σατανάς «δέθηκε» και το κράτος του διαλύθηκε (Ματθ. ιβ' 29). Η βασιλεία του Χριστού άρχισε, γι' αυτό και ο Κύριος εξέβαλε τα δαιμόνια (Ματθ. ιβ' 28. Λουκ. ι' 18. ια' 20).
Οι πιστοί ενίκησαν τον Σατανά «δια το αίμα του Αρνίου» (Αποκ. Ζ' 14), ελευθερώθηκαν από τη δουλεία της αμαρτίας και εισήλθαν στη βασιλεία του Χριστού (Κολ α' 13. Έβρ. β' 14-15). Ο Χριστός βασιλεύει στους πιστούς (Α' Κορ. ιε' 24-25) και οι πιστοί βασιλεύουν δια του Χριστού (Ρωμ. ε' 17-19. Έφεσ. β' 5-6. Α' Πέτ. β' 5. 9. Αποκ. α' 6).Μ' αυτή την έννοια η Βασιλεία του Θεού είναι «εντός ημών»,μεταξύ μας, δηλαδή παρούσα (Λουκ. ΙΖ' 21).

Το «δέσιμο» του Σατανά δεν είναι απόλυτο και η καταδίκη του δεν είναι τελική, θα λυθεί μετά «χίλια Χρόνια» και θα κηρύξει διωγμό εναντίον των πιστών, θα ξεσηκώσει τα ασεβή έθνη. Όμως τότε με τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, θα πραγματοποιηθεί η τελική κρίση του (Αποκ. ιθ' 20. κ' 8-10).

Το ίδιο παρατηρούμε και για τη βασιλεία των πιστών: δεν είναι πλήρης. Αποτελεί πρόγευση και προοίμιο της αιωνίας βασιλείας, μετά την καταδίκη του «θηρίου» και όλων των οργάνων του Σατανά.
Το ότι η βασιλεία αυτή δεν είναι πλήρης, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι υπάρχουν ασεβή έθνη, τα οποία στο τέλος των «χιλίων ετών» ενώνονται με τον Διάβολο εναντίον των πιστών. Αυτό θα κορυφωθεί με την εμφάνιση και τη δράση του Αντίχριστου, πριν από τη δευτέρα παρουσία του Χριστού.

Η «χιλιετής βασιλεία» λοιπόν είναι η βασιλεία του Χριστού από την ανάστασή του «έως της συντελείας του αιώνος»(Ματθ. κη' 18-20. Βλ και Λουκ. Ιζ' 20-21).
Σ' αυτή την περίοδο πραγματοποιείται η «πρώτη ανάσταση» (Αποκ. κ' 5), δηλαδή η ανάσταση των πιστών από τη δουλεία της αμαρτίας, η αναγέννησή τους στο σώμα του Χριστού (Ιω. γ' 3-5. Γαλ γ΄26-29. Ρωμ. η' 14-17). Η κατάσταση της αμαρτωλής ζωής είναι πνευματικός θάνατος (Λουκ. ιε' 24. 32. Ρωμ. ια' 15. Έφεσ. ε' 14. Α' Ίω. γ' 14-15. Αποκ. γ' 1, βλ καί Γεν. β' 17). Συνεπώς η απαλλαγή από την αμαρτωλή κατάσταση, είναι ανάσταση.

Όσοι έλαβαν μέρος σ' αυτή την «πρώτη ανάσταση» θα βασιλεύσουν με τον Χριστό «έως της συντελείας του αιώνος» και δεν θα γνωρίσουν το «δεύτερο θάνατο», δηλαδή τον πνευματικό (Αποκ. β' 11. κ' 6.14. κα' 8).
Όλοι αυτοί θα λάβουν μέρος στη «δεύτερη ανάσταση», πού είναι η ανάσταση των σωμάτων, θα ενωθούν με τούς πιστούς πού θα ζουν κατά την ημέρα του Κυρίου και θα ενδυθούν αφθαρσία και αθανασία, για να είναι «πάντοτε μετά του Κυρίου» (Α' Θεσ. δ' 16-17).

Η αγία Γραφή χρησιμοποιεί τον όρο «αρμαγεδών» για να δηλώσει την «ημέρα του Κυρίου», δηλαδή τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, πού θα είναι ημέρα μεγάλης κρίσεως (Ιούδα 6), ημέρα «οργής» (Ρωμ. β' 5), «η ημέρα η μεγάλη της οργής αυτού» (Αποκ. στ' 17).

Ο Κύριος λέγει με σαφήνεια: «Ιδού έρχομαι ως κλέπτης μακάριος όστις αγρυπνεί...»(Αποκ. ιστ' 15). Όλα λοιπόν θα γίνουν ακαριαία, η δευτέρα παρουσία του Χριστού, η ανάσταση των κεκοιμημένων, η αλλαγή και η «αρπαγή» των ζώντων πιστών, η είσοδος στην αιώνια ζωή και την αιώνια καταδίκη.

   Η «αρπαγή» δεν προηγείται του Αντιχρίστου, ο οποίος θα έλθει και θα διώξει τούς πιστούς. Στις ημέρες του Αντιχρίστου η ζωή δεν θα είναι εύκολη για όσους δεν έλαβαν το χάραγμα του θηρίου και δεν προσκυνούν την εικόνα του (Αποκ. ιγ' 11-17). Οι συνειδητοί χριστιανοί θα ελαττωθούν αριθμητικά (Λουκ. ιη' 8. Β' Τιμ. γ' 1-5). Όμως ο Κύριος μας βεβαιώνει πώς το γένος των Χριστιανών («ή γενεά αύτη») δεν θα εκλείψει, μέχρις ότου τελειώσουν τα βάσανα, πού θα προκαλέσει ο Αντίχριστος (Ματθ. κδ' 34-35).

Για να δηλώσει η αγία Γραφή τις εσχατολογικές αυτές αλήθειες χρησιμοποιεί διάφορες εικόνες για την τελική συντριβή του κακού με τη θριαμβευτική παρουσία του Χριστού (Αποκ. ιδ' 19-20. ιθ' 19-21), για την τελική νίκη του Κυρίου (Αποκ. ιζ' 14-16), για το γεγονός ότι οι πιστοί θα χαίρονται την κοινωνία του Κυρίου, ενώ οι άδικοι θα βασανίζονται από τη στέρησή της (Ματθ. ιγ' 30. 47-48. κδ' 40-41. κε' 31-46. Λουκ. Ιζ' 34-35. Α' Θεσ. δ' 16-18).

Η αντίληψη πώς οι άνθρωποι θα ζήσουν σ' αυτή τη γη, μέσα σ' ένα υλικό παράδεισο, ο οποίος θα τούς προσφέρει όλες τις επίγειες απολαύσεις, δεν βρίσκει θεμελίωση στην αγία Γραφή. Η βασιλεία του Θεού είναι πνευματική, όχι σαρκική. Αυτό γίνεται φανερό, ακόμη και με μία σύντομη ανασκόπηση της περιπέτειας, στην οποία μπήκε ολόκληρη η κτίση, με την πτώση του ανθρώπου.

Με την πτώση του ανθρώπου, ολόκληρη η δημιουργία υποτάχθηκε στη φθορά (Γέν. γ' 17-18) και γι' αυτό συμμετέχει στην περιπέτεια του ανθρώπου.
Η Γραφή αναφέρει πώς οι σημερινοί ουρανοί και η σημερινή γη «είναι αποταμιευμένοι, φυλαττόμενοι δια το πυρ εις την ημέρα της κρίσεως και της απώλειας των ασεβών ανθρώπων» (Β' Πέτρ. γ' 7).

«Θέλει δε έλθει η ημέρα του Κυρίου, ως κλέπτης εν νυκτί, καθ' ην οι ουρανοί θα παρέλθουν με συριγμόν, τα στοιχεία δε πυρακτούμενα θα διαλυθούν και η γη και τα εν αυτή έργα θα κατακαούν. Επειδή λοιπόν πάντα ταύτα διαλύονται, οποίοι πρέπει να είσθε σεις εις πολίτευμα άγιο, και ευσέβεια, προσμένοντες και σπεύδοντες εις την παρουσίαν της ημέρας του Θεού, καθ' ην οι ουρανοί πυρακτούμενοι θα διαλυθουν, και τα στοιχεία πυρακτούμενα θα χωνευθουν; Κατά την υπόσχεση αυτού νέους ουρανούς και νέα γη προσμένομεν, εν οίς δικαιοσύνη κατοικεί» (Β' Πέτρ. γ' 10-13).

Η μαρτυρία αυτή της Γραφής φανερώνει πώς η κατά γράμμα γη θα εισέλθει σε χωνευτήριο, για να εξέλξει μια «νέα γη», άφθαρτη και απαλλαγμένη από τις συνέπειες της πτώσης (Ρωμ. η' 19-22), αυτή την αφθαρτοποιημένη γη θα κληρονομήσουν οι πραείς και οι ειρηνοποιοί, πού θα oνoμασθούν «υιοί Θεού» (Ματθ. ε' 5-10).

Ο χαρακτήρας της βασιλείας του Θεού θα είναι πνευματικός, όχι σαρκικός (Ματθ. ιστ' 52. Ίω. ιη' 36. Β' Κορ. ι' 3-6. Εφεσ. στ' 13-18. Α' Θεσ. ε' 8). Κατά τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου θα γίνει η καθολική ανάσταση των σωμάτων, όχι βαθμιαία, αλλά σε μία στιγμή (Ίω. ε' 28-29. Α' Κορ. ιε' 52) και αυτή δεν θα είναι για όλους χαρά, για άλλους θα είναι ανάσταση ζωής και για άλλους ανάσταση κρίσης (Ίω. ε' 29).

Τα σώματα πού θα αναστηθoύν και εκείνα (των Ζώντων κατά την παρουσία του Κυρίου) πού θα αλλαγούν, θα ενδυθούν αφθαρσία και αθανασία (Α' Κορ. ιε' 36-55. Α' Θεσ. δ' 14-17. Φιλ. γ' 20-21). Γι' αυτό δεν θα υπάρχουν πλέον υλικές ανάγκες (Α' Κορ. στ' 13) και η ζωή των ανθρώπων θα είναι πνευματική (Ματθ. κβ' 30. Μάρκ. β' 25). Δεν πρόκειται λοιπόν για κάποιο επίγειο παράδεισο, αλλά για πνευματική βασιλεία.

   Η διδαχή πώς ο Σατανάς και ο Αντίχριστος δεν υπάρχουν σαν πρόσωπα είναι βλάσφημη και άvτι-Γραφική. Στη Γένεση αναφέρεται ο «όφις», πού τελικά θα συντριβεί (Γέν. γ' 1. Αποκ. κ' 10, βλ. και Ματθ. κε' 41).

Ο απόστολος Παύλος λέγει πώς πριν από τη δευτέρα παρουσία του Χριστού θα έλθει «ο υιός της απωλείας» (Β' Θεσ. β' 3). Ο προφήτης Δανιήλ τον ονομάζει «μικρόν κέρας» (Δαν. ζ' 8. 24-25, βλ. και Α' Ιω. β' 18), ενώ η Αποκάλυψη κάνει λόγο για το «θηρίο» με δύο κέρατα, «όμοια αρνίω» (Αποκ. ιγ' 11), δηλαδή θα μοιάζει εξωτερικά με τον Χριστό. Μάλιστα θα έχει και δικό του «πρόδρομο-προφήτη», πού όμως θα είναι ψευδοπροφήτης. Τόσο ο Αντίχριστος, όσο και ο ψευδοπροφήτης θα ριφθούν στη λίμνη τού «πυρός και τού θείου», μαζί με τον Διάβολο (Αποκ. ιστ' 13. ιθ' 20. κ' 10).

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Read more:http://www.egolpion.net/xilia_xronia.el.aspx#ixzz2kRH8WxKM

Η αξία της εξομολογήσεως

Η αξία της εξομολογήσεως


  
Η αξία της εξομολογήσεως

Αρχιμανδρίτη Δαμιανού Ζαφείρη

Η εξομολόγηση έχει μεγάλη σημασία για τη ζωή του χριστιανού, διότι:

     1. Είναι μέσονλυτρώσεωςκαι τον οδηγεί στησωτηρίαδια της μετανοίας του. Ο Θεός «Μη θελήσει τον θάνατον τού ανόμου, λέγει Κύριος, ως το αποστρέψαι αυτόν εκ της οδού της πονηράς και ζην αυτόν». (Ιεζ, ιη′, 23). Αύτη η επιστροφή στο θέλημα του Θεού είναι επικοινωνία μαζί Του και πνευματική αναγέννηση του όλου άνθρωπου.

    2. Είναι μέσονψυχολογικής θεραπείαςτων ψυχικών τραυμάτων και βοηθά στην ψυχική ισορροπία του ατόμου. Θλίψεις, καθημερινές αγωνίες, προβλήματα προσωπικά, κοινωνικά, οικογενειακά, ωθούν τα άτομα σε πλήθος εσωτερικών ψυχικών συγκρούσεων. Σ' όλα αυτά ο ικανός εξομολόγος πρέπει να βοηθήσει το άτομο να ξεφύγει από τα προσωπικά αδιέξοδα. Στόχος του είναι η ψυχική υγεία και η ολοκλήρωση του ανθρώπου.

     3. Είναι μέσονηθικής και πνευματικής προόδουτου πιστού, διότι τον βοηθά να επιλέγει τρόπους ζωής κατά το θέλημα του Θεού. Γίνεται ο εξομολόγος σύμβουλος στη ζωή του, στις διάφορες επιλογές της ζωής του. Του εξασφαλίζει την εσωτερική ειρήνη της ψυχής του. Του διδάσκει να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο. Του παρέχει ψυχική ασφάλεια κοντά στο Θεό. Τον ενθαρρύνει στην προσωπική ζωή του από τα διάφορα προβλήματα που του παρουσιάζονται καθημερινώς. Τον προλαβαίνει να μην κάνει ουσιαστικά λάθη στις διάφορες κινήσεις της ζωής του. Τον κατευθύνει στην ορθή πνευματική ζωή με την αποφυγή των παθών και την εσωτερική καρποφορία των θείων αρετών.

    4. Είναι μέσοναγιαστικό και αναγεννητικό, διότι του προσφέρεται, μετά από μια ειλικρινή εξομολόγηση, η θεία χάρις, η οποία τον αναγεννά πνευματικώς με την εξάλειψη των δηλωθέντων αμαρτημάτων του. Τον κάνει να απολαμβάνει την ειρήνη και την Αγάπη του Θεού. Τον ενισχύει δε στον συνεχή πνευματικό αγώνα του.

    5. Είναι μέσον αποκτήσεωςγαλήνης της συνειδήσεως,διότι η συναίσθηση της ενοχής οδηγεί το άτομο στη μετάνοια, στην ειλικρινή εξομολόγηση και στη συγχώρηση διά του θείου αυτού μυστηρίου. Η απόφαση της διορθώσεως είναι καθοριστικός παράγοντας της απαλλαγής από τις ενοχές. Η εξομολόγηση παίρνει χαρακτήρα μυσταγωγικό και ιερό, που ο άνθρωπος αναζητά τη θεία ευσπλαχνία και την ανθρώπινη συμβουλή για την διόρθωση της ζωής του.

    6. Είναι μέσοναυτογνωσίαςτου ατόμου. Το ιερό Μυστήριο της εξομολογήσεως μας βοηθά να επιστρέψουμε στον εαυτό μας με σκοπό να απαλλαγούμε από τον εγωισμό μας και την εσωτερική δυσαρμονία που προξενούν οι ενοχές και τα πάθη. Αυτή η ειλικρινής στροφή προς την απελευθέρωση από τα πάθη, το δρόμο της ασκήσεως των αρετών, μας βοηθά να επανεύρουμε την πνευματική καθαρότητα μας με την άφεση των αμαρτιών.

Ο άγιοςΓρηγόριος ο Νύσσηςγράφει για την αξία της εξομολογήσεως:
 «Η Γραφή συνηθίζει να δίνει στην εξομολόγηση διπλή σημασία, η οποία άλλοτε είναι η εξαγόρευση των αμαρτιών και άλλοτε πάλι η ευχαριστία. Εδώ, και με τις δύο έννοιες οδηγούμαστε στην ενάρετη ζωή. Διότι η εξαγόρευση μεν πραγματοποιεί χωρισμό και αλλοτρίωση από τα κακά, η προθυμία δε για ευχαριστία αυξάνει τη χάρη από τον ευεργέτη για όποιους δέχονται με ευγνωμοσύνη τις ευεργεσίες. Ο ψαλμός μετανοίας λοιπόν σημαίνει αυτό: αν σε κρυφοκαίει η μνήμη κάποιας αμαρτίας, σε συμβουλεύει στον καθαρμό με τη μετάνοια. Αν όμως η ζωή σου προχωρεί επιτυχώς προς το καλύτερο, σου κάνει βεβαιότερη τη βελτιωμένη προαίρεση, με την ευχαριστία προς τον Θεό».



Read more:http://www.egolpion.net/axia_exomologhshs.el.aspx#ixzz2kRFukSUM

Εξομολόγηση


Εξομολόγηση



Εξομολόγηση
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

      Ηιερή εξομολόγηση ήταν πράξη γνωστή στην Παλαιά Διαθήκη(Λευϊτ. ε' 5-6. Άριθ. ε' 5-7. Παροιμ. κη' 13). Γι' αυτό και οι άνθρωποι προσέρχονταν στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, ενώ εκείνος πιστοποιούσε την μετάνοιά τους με το βάπτισμα(Ματθ. γ' 5-6. Μάρκ. α' 4-5).
   Η πράξη αυτή συνεχίσθηκε και στη χριστιανική Εκκλησία- «πολλοί των πιστευσάντων ήρχοντο εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών και φανερώνοντες τας πράξεις αυτών»(Πράξ. ιθ' 18)με αποτέλεσμα να συγχωρούνται από τούς αποστόλους, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου, πώς θα δινόταν στους αποστόλους η εξουσία αυτή(Ματθ. ιστ' 19. ιη' 18). Αυτό εκπληρώθηκε μετά την ανάσταση του Χριστoύ. Η συγχώρηση δεν βασιζόταν φυσικά στη δύναμη των απoστόλων, αλλά «εν τω αίματι» του Κυρίου(Ιω. κι' 21-23. Α' Ιω. α' 7).
  Ο εξομολόγος χρησιμοποιείται ως όργανο, ως υπηρέτης του Χριστού και οικονόμος των μυστηρίων του Θεού(Α' Κορ. δ' 1. πρβλ Τίτ. α' 7. Α' Ιω. α' 9- β' 2).
Στην αρχαία Εκκλησία η εξομολόγηση γινότανδημόσιαστην ιερή σύναξη των πιστών, όπου βέβαια ήταν και το ιερατείο και ο επίσκοπος, ο οποίος έδινε την άφεση. «Όλους όσοι μετανοούν τούς συγχωρεί ο Κύριος, εάν μετανοήσουν εις ενότητα Θεού και εις συνέδριον επισκόπου», λέγει χαρακτηριστικά ο άγιοςΙγνάτιος(Ιγν., Φιλαδ. 8,1), ενώ η «Διδαχή» προτρέπει: «Εν Εκκλησία εξομολογήση τα παραπτώματά σου, και ου προσελεύση επί προσευχή σου εν συνειδήσει πονηρά, αύτη εστίν η οδός της ζωής»(Διδ. 4,14).
Ο άγιοςΚυπριανόςτονίζει πώς ο αμαρτωλός γίνεται πάλι δεκτός στην εκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας «δια της επιθέσεως των χειρών του επισκόπου και του ιερατείου», αφού προηγουμένως εξομολογηθεί(Κυπρ. επιστ. 16,2), δεν επιτρέπει την θεία κοινωνία σε κανένα, «εάν προηγουμένως ο επίσκοπος και το ιερατείο δεν επιθέσουν την χείρα επάνω του» (επιστ. 18,2), η «άφεση», λέγει, πού έγινε «δια των ιερέων» είναι «αρεστή στον Κύριο»(De lapsis 29).
ΟΩριγένηςθεωρεί σαν φυσικό επακόλουθο,«σύμφωνα με την εικόνα εκείνου πού έδωσε την ιεροσύνη στην Εκκλησία, να αναδέχονται και οι λειτουργοί και ιερείς της Εκκλησίας τα αμαρτήματα του λαού και μιμούμενοι τον Διδάσκαλο, να παρέχουν στο λαό την άφεση των αμαρτιών»(Ωριγ., Εις Λευίτ., Ομιλ ν, 3).
ΟΜ. Βασίλειοςαναφέρεται στην εξομολόγηση κατά την απoστoλική Εκκλησία(Πράξ. ιθ' 18)και συμπεραίνει πώς «είναι ανάγκη να εξομολογούμεθα τα αμαρτήματα εις τούς εμπεπιστευμένoυς την οικονομίαν των μυστηρίων του Θεού»(Α' Κορ. δ' 1),επειδή και οι πρώτοι χριστιανοί «εξομολογούντο εις τούς αποστόλους, οι οποίοι και εβάπτιζον άπαντες»(Μ. Βασιλ, Όροι κατ' επιτ. 288).
Ο άγιοςΙωάννης ο Xρυσόστoμoςαναφέρει για τούς ιερείς:«Ενώ κατοικούν και περιφέρονται ακόμη εις την γην, ανέλαβον την διεύθυνσιν ουρανίων υποθέσεων με εξουσίαν πού δεν έδωσεν ο Θεός ούτε εις τούς αγγέλους, ούτε εις τούς αρχαγγέλους. Δεν είπε πραγματικά προς τούς αγγέλους, [όσα δέσετε εις την γην, θα είναι δεμένα και εις τούς ουρανούς, και όσα λύσετε εις την γην, θα είναι λυμένα εις τους ουρανούς]... ο δεσμός όμως των ιερέων εγγίζει την ιδίαν την ψυχήν και διαβαίνει προς τούς ουρανούς, και όσα ενεργούν κάτω οι ιερείς, τα επικυρώνει άνω ο Θεός. Ο Δεσπότης εγκρίνει την απόφασιν των δούλων. Μήπως δεν τούς έδωσεν ολόκληρον την ουράνιον εξουσίαν; Τούς είπεν, όποιων τας αμαρτίας κρατήσετε, θα είναι κρατημέναι»(Χρυσ., Περί Ιερωσ. Λόγος γ' 5).
Η Ορθόδοξη λοιπόν Εκκλησία συνεχίζει αυτή την πρωτοχριστιανική παράδοση της εξομολόγησης ενώπιον του πνευματικού.

Από το βιβλίο:
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com


Read more:http://www.egolpion.net/confesion.el.aspx#ixzz2kRFLDf6n

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Υπάρχουν όρια στην αγάπη;

Υπάρχουν όρια στην αγάπη;

του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., στο AMEN.GR
10 Νοεμβρίου 2013, 09:41
433 αναγνώσεις
«Κάποιος νομοδιδάσκαλος παρουσιάστηκε στον Ιησού, και για να τον φέρει σε δύσκολη θέση του είπε: «Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ο νόμος τι γράφει;» Εκείνος απάντησε: Ν' αγαπάς τον Κύριο το Θεό σου μ' όλη την καρδιά σου και μ' όλη την ψυχή σου, μ' όλη τη δύναμή σου και μ' όλο το νου σου· και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. «Πολύ σωστά απάντησες», του είπε ο Ιησούς· «αυτό κάνε και θα ζήσεις». Εκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Ιησού: «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;»
Πήρε τότε αφορμή ο Ιησούς και είπε: «Κάποιος άνθρωπος, κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα για την Ιεριχώ, έπεσε πάνω σε ληστές. Αυτοί τον ξεγύμνωσαν, τον τραυμάτισαν και έφυγαν παρατώντας τον μισοπεθαμένο. Από 'κείνο το δρόμο έτυχε να κατεβαίνει και κάποιος ιερέας, ο οποίος τον είδε, αλλά τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Το ίδιο και κάποιος λευίτης, που περνούσε από 'κείνο το μέρος· παρ' όλο που τον είδε κι αυτός, τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Κάποιος όμως Σαμαρείτης που ταξίδευε, ήρθε προς το μέρος του, τον είδε και τον σπλαχνίστηκε. Πήγε κοντά του, άλειψε τις πληγές του με λάδι και κρασί και τις έδεσε καλά. Μάλιστα τον ανέβασε στο δικό του το ζώο, τον οδήγησε στο πανδοχείο και φρόντισε γι' αυτόν. Την άλλη μέρα φεύγοντας έβγαλε κι έδωσε στον πανδοχέα δύο δηνάρια και του είπε: “φρόντισέ τον, κι ό,τι παραπάνω ξοδέψεις, εγώ όταν ξαναπεράσω θα σε πληρώσω”. Ποιος λοιπόν απ' αυτούς τους τρεις κατά τη γνώμη σου αποδείχτηκε “πλησίον” εκείνου που έπεσε στους ληστές;» Ο νομοδιδάσκαλος απάντησε: «Εκείνος που τον σπλαχνίστηκε».
Τότε ο Ιησούς του είπε: «Πήγαινε, και να κάνεις κι εσύ το ίδιο». (Λουκ. 10, 25-37)
Είναι σωστό και κατανοητό, ενώ βιάζεσαι να πας στη δουλειά σου, στο γραφείο σου, στις υποθέσεις σου, να σταματήσεις στο δρόμο για να βοηθήσεις κάποιον πά­σχοντα με κίνδυνο να καθυστερήσεις, να ζημιωθείς και ίσως και να παρεξηγηθείς; Η οργάνωση και ο ρυθμός της ζωής, το πρόγραμμα και οι διάφορες ασχολίες απο­διώχνουν πολλές φορές τα αισθήματα αγάπης και κάνουν δύσκολη την εφαρμογή της. Μιλούμε για την αγάπη σαν το κεντρικότερο στοιχείο του χριστιανισμού, αλλά ξε­χνούμε ότι αυτή είναι ή μάλλον πρέπει να είναι και το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό της χριστιανικής ζωής μας. Έτσι, ενώ πολύ συχνά παραλείπουμε να δείξουμε την α­γάπη μας σ' αυτόν που τη χρειάζεται, έχουμε πάντα για τον εαυτό μας μια ευλογοφανή δικαιολογία.
Η παραβολή του εύσπλαχνου Σαμαρείτη έρχεται να μας θυμίσει μερικές οδυνηρές αλήθειες και να μας δώσει μια εικόνα της πραγματικής αγάπης. Αντίθετα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, ένας ιερεύς και ένας λευίτης περνών­τας από το δρόμο πού οδηγεί από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ «αντιπαρέρχονται» τον πληγωμένο και σχεδόν μι­σοπεθαμένο οδοιπόρο που έπεσε σε ληστές. Για ποιο τάχα λόγο δεν σταματούν; Μήπως φοβούνται ότι θα υποστούν και αυτοί την ίδια τύχη αν καθυστερήσουν το ταξίδι τους; Είναι παρατηρημένο ότι ο φόβος της προσωπικής ζημίας και η ανάγκη αυτοπροστασίας συντελούν αναπόφευκτα στην παράλειψη του έργου της αγάπης. Μήπως βιάζονται για να μεταβούν έγκαιρα στην υπηρεσία τους, σε κάποιο ιερατικό καθήκον, σε κάποια αποστολή; Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές ευσεβείς και δικαιολογημένες κατά πάν­τα προφάσεις στέκονται εμπόδιο στο να συμπαρασταθούμε κάποιον που βρίσκεται σε άμεση ανάγκη. Μήπως τον μι­σοπεθαμένο άτυχο οδοιπόρο τον θεώρησαν νεκρό και θέ­λησαν να αποφύγουν την επαφή με νεκρό τηρώντας τη σχετική διάταξη του Μωσαϊκού Νόμου; Ο τύπος πολύ συχνά κυριαρχεί επάνω στην ουσία και συμπνίγει τις αυ­θόρμητες εκδηλώσεις. Μήπως απλώς και χωρίς ιδιαίτερο λόγο αδιαφορούν; Η εποχή μας έχει να δώσει πολλά απάνθρωπα παραδείγματα τέτοιας θανατηφόρου αδιαφο­ρίας.
Η παραβολή δεν μας δίνει καμία εξήγηση για τη στάση των δύο ιερωμένων. Θέλει να τονίσει περισσότερο τη στάση του τρίτου προσώπου της διηγήσεως, του Σαμα­ρείτη, ενός ανθρώπου που για τον Ιουδαίο σημαίνει ακά­θαρτος, αιρετικός, απόβλητος. Μη νομίσουμε ότι ο Χρι­στός θέλει να δείξει τη διαφορά ανάμεσα στους άσπλα­χνους ιερωμένους της εποχής και το συμπονετικό λαϊκό. Άλλος είναι ο στόχος του. Θέλει να δείξει ότι οι Ιου­δαίοι που καθημερινά στην προσευχή τους επαναλάμβα­ναν τις δύο θεμελιώδεις εντολές της Π. Διαθήκης: «ἀγα­πήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» καί «ἀγαπήσεις τὸν πλη­σίον σου ὡς σεαυτόν», στην πράξη δεν είχαν καμιά διά­θεση να τις εφαρμόσουν, ενώ ο αλλογενής έδωσε ένα δείγμα αληθινής θρησκευτικότητας με κέντρο την πράξη της αγάπης. Αξίζει τον κόπο να δούμε μερικές χτυπητές πλευρές αυτής της αγάπης.
1. Η αγάπη είναι μια προσωπική συνάντηση με τον πάσχοντα, με τον πτωχό, με τον δυστυχισμένο. Η προσω­πική αυτή συνάντηση σημαίνει ίσως απώλεια πολύτιμου χρόνου, χασομέρι από τις ιδιωτικές υποθέσεις, αναβολή κάποιου ταξιδιού μας, παραίτηση από πράγματα που δι­καιωματικά μας ανήκουν. Ο εύσπλαχνος Σαμαρείτης της παραβολής παραιτείται του μεταφορικού μέσου του για να ανεβάσει σ' αυτό τον πληγωμένο, προσφέρει τα πιο χρήσιμα εφόδια του, λάδι και κρασί, πληρώνει τον πανδο­χέα και υπόσχεται κατά την επάνοδο του να συνεχίσει την εκδήλωση του ενδιαφέροντος του.
2. Η αγάπη δεν προέρχεται από έναν οίκτο της στιγ­μής, από μια συμπάθεια για τον δυστυχισμένο (με κρυφή φοβία μήπως βρεθούμε κι εμείς κάποτε στη θέση του ή με υποσυνείδητη ικανοποίηση που δεν είμαστε εμείς τώρα στην ίδια κατάσταση), αλλά είναι ανιδιοτελής και ολο­κληρωτική προσφορά , κατά το πρότυπο του Χριστού που πάνω στον Σταυρό έδειξε τι είναι η ολοκληρωτική αγάπη. Εμείς αγαπούμε, διότι «Αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Α' Ίωάν. 4, 19), κατά τη φράση του μαθητή της αγάπης.
3. Αλλά και ένα ακόμη χαρακτηριστικό της αγάπης βγαίνει από τη στάση του Σαμαρείτη. Η αγάπη δεν γνω­ρίζει όρια και περιορισμούς. Ίσως σ' αυτό κυρίως απο­βλέπει ό Χριστός λέγοντας την παραβολή που προκλήθη­κε από το ερώτημα ενός Ιουδαίου νομοδιδασκάλου: Ποιος είναι ο πλησίον μου; Εκείνος έρωτα, μέσα στο χάος των διαφόρων αντιλήψεων της εποχής περί της εννοίας και των ορίων του πλησίον, ποιό είναι το αντικείμενο της αγάπης και μέχρι πού πρέπει αυτή να εκτείνεται. Κι ο Χριστός, λέγοντας αυτήν την παραβολή, αντιστρέφει τσ πράγματα, δείχνοντας ποιο είναι το υποκείμενο της αγά­πης. Εάν ο κάθε άνθρωπος είναι υποκείμενο της αγάπης, τα όρια του πλησίον είναι απεριόριστα· δεν υπάρχουν φραγμοί κοινωνικοί, θρησκευτικοί, φυλετικοί κλπ. Όποιος αγαπά μόνο τους φίλους του, τους ομοθρήσκους του, τους δικούς του, φέρεται ανθρώπινα. Όποιος δεν γνω­ρίζει αυτούς τους φραγμούς, φέρεται θεϊκά, κατά το πρό­τυπο του Θεού της αγάπης.
Σχετικά άρθρα
- See more at: http://www.amen.gr/article15869#sthash.bmPZq57U.dpuf