Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Υποταγή σε ποιά εξουσία;


Υποταγή σε ποιά εξουσία;



ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΕ ΠΟΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ;


Η εξάρτηση της Εκκλησίας από την κοσμική εξουσία δεν γίνεται δεκτή από την Ορθοδοξία.
Οι χριστιανοί καλούνται να υπακούουν στους ποιμένες τους (Εβρ. ιγ' 17) και η Εκκλησία έχει κεφαλή Της τον Κύριο (Εφεσ. α' 22. ε' 23-24. Κολ. α' 18). Η υπακοή στην πολιτική εξουσία δεν είναι απόλυτη. Στην περίπτωση πού η κοσμική εξουσία αντιταχθεί στο θέλημα του Θεού, οι πιστοί καλούνται να πειθαρχήσουν στον Κύριο και όχι στους κοσμικούς άρχοντες. (Πράξ. ε' 29)
Όμως αυτό δεν εμποδίζει τους χριστιανούς να είναι υποδειγματικοί πολίτες στην περίπτωση πού οι κοσμικοί νόμοι δεν είναι αντίθετοι με το νόμο του Θεού. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πώς η κοσμική εξουσία γίνεται ρυθμιστής των πραγμάτων της Εκκλησίας ή ακόμη πώς καθορίζει και τους ποιμένες της Εκκλησίας.

Ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος, απευθυνόμενος στον κοσμικό άρχοντα, λέγει: «Άρχεις μαζί με τον Χριστό και διοικείς μαζί με Αυτόν. Από Εκείνον σου έχει δοθεί το ξίφος, όχι για να το χρησιμοποιήσεις, αλλά για να αποτελεί απειλή. Τούτο δε θα πρέπει να το διαφυλάσσεις καθαρό, για να το επιστρέψεις σ' Εκείνον ο οποίος σου το έδωσε... Συντάξου με τον Θεό και όχι με τον άρχοντα του κόσμου! Με τον αγαθό Δεσπότη και όχι με τον πικρόχολο τύραννο...» (Γρηγ. Θεολ,Λόγος ιζ' 9).

Συγκρίνοντας ο άγιος Γρηγόριος την πολιτειακή εξουσία με την Ιερατική, υπογραμμίζει πώς η εξουσία του επισκόπου είναι ανώτερη από την εξουσία των κοσμικών αρχόντων και πώς εκείνοι, σαν χριστιανοί, βρίσκονται κάτω από αυτή την εξουσία: «Και ο νόμος του Χριστού σας θέτει κάτω από την εξουσία μου και κάτω από αυτό το βήμα. Διότι και εμείς εξουσιάζαμε, θα προσθέσω δε και το ότι η δική μας εξουσία είναι μεγαλύτερη και τελειότερη. Η μήπως θα πρέπει το Πνεύμα να υποχωρήσει στη σάρκα και τα επουράνια στα επίγεια; θα δεχθείς την παρρησία μου, διότι γνωρίζω ότι είσαι Ιερό πρόβατο από το Ιερό ποίμνιο μου και θρέμμα του μεγάλου Ποιμένας...» (Γρηγ. Θεολ., Λόγος ιζ' 8). 


ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΣ-ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Π.ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Read more:http://www.egolpion.net/upotagh_exousies.el.aspx#ixzz2kRL673EI

Γνήσιες & νόθες εμπειρίες

Γνήσιες & νόθες εμπειρίες



γνήσιες & νόθες εμπειρίες

π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου από το βιβλίο  
(Το νόημα της ζωής στο φως της Ορθοδοξίας)


       Όταν κάποιος αφήσει τον εαυτό του να οδηγηθεί από προσωπικές εμπειρίες μπορεί να καταλήξει σε πλάνη. Μια τέτοια περίπτωση αναφέρει ο π. Σωφρόνιος κάνοντας λόγο για τους "θεολόγους-φιλοσόφους" που κινούνται στο χώρο του ορθολογισμού. Στην προσπάθειά τους να βρουν την αλήθεια, ανεβαίνουν σε μια σφαίρα υπέρ-λογική που όμως κινείται στο χώρο της διανόησης. Η σφαίρα αυτή δεν είναι βέβαια ο θείος κόσμος, περικλείεται στα όρια της ανθρωπινής κτιστής φύσεως και αυτή της η ιδιότητα την κάνει εφικτή στο λογικό, σύμφωνα με τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Αναμφιβόλως η υπέρβαση του στενού ορθολογισμού, που υπόκειται σε νόμους, αποτελεί ένδειξη διανοητικής καλλιέργειας. Όμως δεν είναι ακόμα η "αληθινή πίστη" και η αυθεντική θεωρία του Θεού.

Υπάρχει ένα φυσικό φως του νου του ανθρώπου, ο οποίος κτίστηκε "κατ' εικόνα" του Θεού. Ο άνθρωπος που συγκεντρώνει όλη του την προσοχή στο "νου", απομακρύνοντας τις σκέψεις του τελείως από τον εξωτερικό κόσμο με οποιεσδήποτε τεχνικές, αποκτά επίγνωση ότι είναι αδύνατο να αντιληφθεί ολόκληρο το είναι στα περιορισμένα πλαίσια των λογικών συλλογισμών, ανεβάζει τη "θεωρία" πάνω από την τυπική λογική και βλέπει την ωραιότητα του νου, που κτίστηκε "κατ εικόνα Θεού". Αισθάνεται τότε ένα «μυστικιστικό δέος» και νομίζει πως αποκτά εμπειρία μυστικής κοινωνίας με τον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα μένει στα όρια της κτιστής ανθρωπινής φύσεως.

«Οι κατηγορίες που χρησιμοποιεί ο νους-λογικό σε παρόμοιες καταστάσεις βγαίνουν έξω από τα όρια των χωροχρονικών διαστάσεων και δίνουν στον θεατή τους το αίσθημα μιας αιώνιας σοφίας. Αυτό είναι το τελευταίο όριο που μπορεί να φθάση ο Διανοούμενος νους μέσα από το δρόμο της φυσικής αναπτύξεως και αυτογνωσίας του, που είναι δυνατό να πάρη τη μορφή μιας φωτόμορφης αυτοθεωρίας. Αυτή η εμπειρία, ανεξάρτητα από το πως θα ερμηνευθή και ποια δογματική διατύπωση θα λάβη, είναι ουσιαστικά εμπειρία πανθεϊστικής τάξεως» (π. Σωφρόνιος)

Υπάρχει Λοιπόν στον άνθρωπο και ένα "φυσικό φως" του νου, που κτίστηκε "κατ' εικόνα του Θεού", που όμως μπορεί να χαρακτηρισθεί και σαν "σκότος", γιατί εκεί δεν υπάρχει αληθινή εμπειρία του Θεού. Γι' αυτό και ο άνθρωπος λαμβάνει την προειδοποίηση να προσέξει μήπως το "φως" που είναι μέσα του γίνει σκότος (Λουκ. ια' 35)

«Πράγματι η πρώτη κοσμική προϊστορική καταστροφή, η πτώση του Εωσφόρου, που έγινε άρχοντας του σκότους, ήταν αποτέλεσμα αυτοερωτικής θεωρίας της ωραιότητάς του, θεωρίας που κατέληξε σε αυτοθέωση» (π. Σωφρόνιος)

Όλα τα συστήματα και οι ομάδες, που προπαγανδίζουν διάφορες τεχνικές αυτογνωσίας και αυτοεξελίξεως, και υπόσχονται υπερβατικές και "εξωσωματικές" εμπειρίες, κινούνται στο ίδιο επίπεδο της πλάνης. Μ' αυτές τις τεχνικές ο άνθρωπος εισέρχεται στο "γνόφο" της απεκδύσεως από καθετί ορατό και νοητό. Τότε ο νους δοκιμάζει μια ιδιόμορφη ευχαρίστηση και αν στρέψει το βλέμμα του στον εαυτό του, μπορεί να αισθανθεί κάτι που μοιάζει με φως. "Αυτό όμως δεν είναι το άκτιστο φως της Θεότητας, αλλά ένα φυσικό ιδίωμα του νου, που κτίστηκε κατ' εικόνα του Πρώτου νου, δηλαδή του Θεού" (π. Σωφρόνιος)

Γίνεται φανερό πως ο άνθρωπος οδηγείται μ' αυτό τον τρόπο σε ακραίες νοητικές καταστάσεις, οι οποίες περικλείουν κινδύνους για την ψυχική υγεία και πνευματική ισορροπία του ανθρώπου. Ψυχίατροι που μελέτησαν το θέμα με βάση κλινικές καταστάσεις, στις οποίες κατέληξαν νεαρά κυρίως μέλη τέτοιων ομάδων, βεβαιώνουν πως ο κίνδυνος είναι όχι απλώς υπαρκτός αλλά και μεγάλος. Όμως αφήνουμε αυτή την πλευρά του ζητήματος να εξετασθεί από άλλους, ειδικούς, και υπενθυμίζουμε πως η Γραφή δεν αποκλείει και την περίπτωση δαιμονικών καταστάσεων (Β' Κορ. ια' 14).

Πρέπει εδώ να θυμηθούμε πως και στην περίπτωση των Πρωτοπλάστων ο αντίδικος υποσχέθηκε "γνώση" και πνευματικές εμπειρίες που θα αποκτούσε ο άνθρωπος με αυτονομημένες διαδικασίες, ανεξάρτητα από τη θεία βούληση. Αλλά εκτός από τις εμπειρίες που είναι κτιστής τάξεως ή και δαιμονικής φύσεως, υπάρχουν ακόμη και οι καταστάσεις υποκειμενικής μορφής. Πρόκειται για "πνευματικές εμπειρίες", που κατασκευάζονται σε διάφορες ομάδες, που χρησιμοποιούν ειδικές τεχνικές.
Μέσα σε ατμόσφαιρα υποβολής δημιουργείται η σφοδρά επιθυμία αποκτήσεως τέτοιων εμπειριών. Ταυτόχρονα ασκείται ισχυρή ψυχολογική πίεση που προέρχεται από την "πεποίθηση" πως οι εμπειρίες αυτές αποτελούν απαραίτητο εξωτερικό σημείο της "σωτηρίας" και επομένως η έλλειψη των αποτελεί απόδειξη ανωριμότητας και πνευματικής πτώχειας. Με αυτό τον τρόπο τα άτομα οδηγούνται αναγκαστικά σε παρόμοιες υποκειμενικές καταστάσεις, αντίστοιχες με τις "εμπειρίες", που υπόσχεται η κάθε ομάδα. Και σ' αυτή την περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος το άτομο να πέσει σε υπέρμετρη υπερηφάνεια και να γίνει θύμα δαιμονικών επιρροών. Είναι λοιπόν ανάγκη να εξετάσουμε κατά πόσον υπάρχουν κριτήρια, που να μας βοηθούν να κρίνουμε αν μια εμπειρία αποτελεί καρπό της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος και είναι συνεπώς γνήσια ή αν δεν έχει σχέση με το Πνεύμα του Θεού.

Η Γραφή μας παρακινεί να είμαστε προσεκτικοί στα διάφορα "πνεύματα" και στις "εμπειρίες" που προκαλούν, και να μην πιστεύουμε "παντί πνεύματι", αλλά να δοκιμάζουμε τα πνεύματα "ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον" (Α' Ιω. δ' 1). Ποιο είναι το "μέτρο" γνησιότητος ενός "πνεύματος"; "Εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεου, παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησουν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστί και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ουκ εστί και τούτο εστί το πνεύμα του αντίχριστου ο ακηκόατε ότι έρχεται, και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη" (Α' Ιω. δ' 2-3).

Η διαχωριστική γραμμή είναι το πρόσωπο του Χριστού, όχι η "κατάσταση Χριστού" η "χριστική κατάσταση", αλλά το μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Έξω από το πρόσωπο αυτό δεν υπάρχει σωτηρία και γνήσια πνευματική εμπειρία (Ματθ. α' 21. Πράξ. δ' 12. Γ 43. Α' Τϊμ. β' 5-6). Όσοι τοποθετούν τον Χριστό δίπλα σε άλλα ονόματα εξωχριστιανικής θρησκευτικής προελεύσεως, δεν κινούνται στο χώρο της χριστιανικής πίστεως και επομένως οι εμπειρίες τους δεν έχουν αξία για τον χριστιανό.

Ένα δεύτερο "μέτρο" της γνησιότητος των πνευματικών εμπειριών είναι για το χριστιανό η διδαχή του Χριστού, η οποία δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με τη διδαχή οποιωνδήποτε "Δασκάλων", γιατί είναι όντως "καινή" (Μαρκ. α' 27) και οδηγεί τους πιστούς στην κυριότητα του Χριστού (Α' Κορ. ιβ' 3) και στην υιοθεσία (Ρωμ. η' 14-17. Γαλ. γ' 26-27), δηλαδή στη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. "Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει' ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει. Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν..." (Β' Ιω. 9-10).

Πηγή της θεολογίας είναι το Άγιο Πνεύμα και κριτήριο της γνησιότητος της εμπειρίας του Αγίου Πνεύματος είναι η συμφωνία της διδαχής των "παλαιών θεοφόρων Πατέρων", διδάσκει η Εκκλησία, γιατί η χριστιανική πίστη παρεδόθη "άπαξ τοις αγίοις" (Ιούδα 3), δηλαδή στην Εκκλησία (Ματθ. ιστ' 18. Ιω. ιδ' 16.26. ιστ' 13), που είναι "στύλος και εδραίωμα της αληθείας" (Α' Τιμ. γ' 15)

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν θεολογούσαν, δεν παρουσίαζαν ατομικά τους βιώματα, ξεχωριστά από τη ζωή του σώματος της Εκκλησίας, τα βιώματά τους εταυτίζοντο με την εμπειρία της Καθολικής Εκκλησίας και θεολογούσαν εκφράζοντας την εμπειρία της Εκκλησίας. Γι' αυτό και οι εμπειρίες των ανθρώπων που δεν φρονούν "τα του Θεού" (Ματθ. ιστ' 23), δηλαδή δεν έχουν το ίδιο φρόνημα "μετά πάντων των αγίων", το οποιο υπήρχε και "εν Χριστώ Ιησού" (Φιλ. β' 5), δεν είναι γνήσιες χριστιανικές εμπειρίες.

Δεν είναι μόνο το να δέχεται κανείς τη διδαχή του Χριστού και την όλη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά πρέπει να μένει "εν τη διδαχή του Χριστού" (Β' Ίω. 9-10). Στη διδαχή του Χριστού ανήκει και η βασική διάκριση μεταξύ κτιστού και Ακτίστου, δημιουργήματος και Δημιουργού. Ο άνθρωπος και ο κόσμος δεν είναι "απόρροια" της ουσίας του Θεού, αλλά δημιούργημά Του. Στο Θεό έχουν την πηγή τους όλες οι αληθινές πνευματικές εμπειρίες, δεν είναι αποτέλεσμα "αυτογνωσίας" ή οποιωνδήποτε "τεχνικών".

Όπως αναφέραμε και προηγουμένως ο π. Σωφρόνιος γράφει ότι: "Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ' εικόνα του Θεού Δημιουργού. Η κτιστή αυτή εικόνα του Θεού δεν μπορεί να γίνη κοινωνός της Θείας ουσίας που είναι απολύτως άμέθεκτη, είναι όμως επιδεκτική να μετάσχη στην άκτιστη θεότητα με την κοινωνία της χάρης. Και παρ' όλο που ο άνθρωπος δεν μετέχει στη Θεία ουσία, όμως με τη χάρη γίνεται κοινωνός Θείας ζωής. Η χάρη-Θεότητα αγιάζει τον άνθρωπο, τον θεώνει, δηλαδή τον κάνει Θεό" (π. Σωφρόνιος, βλ. και Β' Πέτρ. α' 4).

"Όποιος πιστεύει πως μπορεί να οδηγηθεί σε γνήσιες πνευματικές εμπειρίες σαν αποτέλεσμα δικών του προσπαθειών, δεν ακολουθεί τη διδαχή του Χριστού. Οι ανθρώπινες προσπάθειες αξιολογούνται μόνο σαν έκφραση της ελευθέρας προαιρέσεως του άνθρωπου, σαν "συνεργία" του ανθρώπου στην συνειδητή αποδοχή της χάριτος του Θεού. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος είναι εκείνη που καρποφορεί, γιατί το "Άγιο Πνεύμα οδηγεί στη βασιλεία του Χριστού (Α' Κορ. ιβ' 3). "Όπου είναι παρών ο βασιλεύς, βέβαια εκεί είναι και σημεία βασιλικά. Και σημεία του Θεού οπού πρέπει να έχη η ψυχή εκείνη οπού βασιλεύεται από τον Θεόν, είναι η ευθύτης, η πραότης, η αλήθεια, η ταπεινοφροσύνη, η αγαθωσύνη, η δικαιοσύνη και κάθε ευλάβεια, ακόμη και η ανεξικακία, η φιλανθρωπία, η συμπάθεια, η αγάπη η ανυπόκριτος, η μακροθυμία, η καρτερία, η υπομονή. Διατί τα ενάντια τούτων φαίνονται εις εκείνους όπου δεν βασιλεύει ο Θεός" (Συμεών ο Νέος Θεολόγος).

Όπου δεν υπάρχει αληθινή ταπείνωση, εκεί δεν υπάρχουν γνήσιες πνευματικές εμπειρίες. Όπου υπάρχει υπεροψία, εκεί βασιλεύει το πνεύμα της πλάνης, όχι το πνεύμα της αληθείας (Ιακ. δ' 6. Α' Πέτρ. ε' 5). Το πνεύμα της πλάνης είναι υπερήφανο. Η ταπεινή ψυχή παρακαλεί τον Θεό να της δώσει κατάνυξη και συναίσθηση της αμαρτωλότητός της, ακόμη και εάν ο Κύριος την ανεβάζει καθημερινά και της δείχνει ποικιλοτρόπως την αγάπη Του.

"Ποία είναι τα σημεία όπου φανερώνουν εκείνον όπου έλαβε την χάριν του Θεού;" ερωτά ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος και απαντά: "Το να είναι τινάς αόργητος, αμόλυντος από σαρκικας ηδονάς, να είναι πράος, και ήμερος, το να έχη την ταπείνωσιν, μαζί με την ανεξικακίαν, την συμπάθειαν την αγάπην εις τον πλησίον σταθεράν και την πίστιν εις τον Θεόν αδίστακτον και σταθεράν".

Οι άνθρωποι του Θεού διέθεταν φρόνημα ταπεινό. Ο Δαβίδ λέγει για τον εαυτό του: "εγώ δε ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού" (Ψαλμ. κα' 7/κβ' 6), "λυπήσου την αμαρτία μου διότι είναι πολλή" (Ψαλμ. κδ'/κε' 11). Ο απόστολος Παύλος είχε θαυμαστές πνευματικές εμπειρίες (Β' Κορ. ιβ' 1-6) και όμως έλεγε για τον εαυτό του πως ήταν ο πρώτος μεταξύ των αμαρτωλών (Α' Τιμ. α' 15) και "έκτρωμα" (Α' Κορ. ιε'). Οι θείες εμπειρίες δίδονται στον άνθρωπο όχι όταν τις επιδιώκει ή όταν έχει αυτές κυρίως σαν στόχο του, αλλά όταν η ψυχή του κατεβαίνει "στον "Άδη της μετανοίας" και αισθάνεται αληθινά πως είναι "έκτρωμα", χειρότερη από όλη την κτίση. Εμπειρίες που κατακτώνται με τη βία της διανοίας ή με τη χρησιμοποίηση οποιωνδήποτε τεχνικών διαλογισμού, δεν είναι αληθινές πνευματικές εμπειρίες, δεν είναι θείας προελεύσεως, αλλά "κατά το δοκούν". Και όταν αυτό το "δοκούν" εκλαμβάνεται σαν αλήθεια, δημιουργείται στην ψυχή του άνθρωπου μια κατάσταση που παρεμποδίζει ακόμα και τη δυνατότητα να ενεργήσει η χάρη, αποκλείει δηλαδή τη δυνατότητα της αληθινής πνευματικής εμπειρίας.

Όποιος, λοιπόν, λέγει ο Ισαάκ ο Σύρος, δουλωμένος από τα πάθη, τρέχει "αναζητώντας δια της διανοίας" πνευματικές εμπειρίες, θα κατακλεισθεί από "ψευδή σχήματα της πλάνης", που θα φαίνονται αληθινά, όμως θα αποτελούν ανακάτεμα "σχημάτων αληθείας" με "σχήματα πλάνης".

Τα χαρίσματα του Άγιου Πνεύματος, δηλαδή οι αληθινές πνευματικές εμπειρίες, δεν είναι αποτελέσματα εξαναγκασμού. Ο Θεός μπορεί να εμφανισθεί στον άνθρωπο σε κάθε χρονική στιγμή και με κάθε πνευματικό ή φυσικό τρόπο, λέγει ο π. Σωφρόνιος."Ο ίδιος όμως, πέρα από κάθε εξαναγκασμό ευρισκόμενος, ποτέ δεν παραβιάζει το αυτεξούσιο της εικόνος Του. "Αν όμως η κτιστή ελευθερία στρέφεται αυτοερωτικά προς τον εαυτό της, θεωρεί τον εαυτό της σαν την άκτιστη θεία αρχή, παρ' όλο το φαινομενικό ύψος αυτής της θεωρίας, που περιγράψαμε παραπάνω, ο άνθρωπος παραμένει κλειστός για την ενέργεια της θείας χάρης".

Το Πνεύμα "όπου θέλει πνεί και την φωνήν αυτού ακούεις, άλλ' ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει, ούτως εστί πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος" (Ίω. γ') διανέμει στον καθένα τις δωρεές Του "καθώς βούλεται" (Α' Κορ. ιβ' 11. Εβρ. β' 4). Δεν μπορεί ο άνθρωπος να λάβει τις δωρεές του Θεού εξαναγκαστικά, χρησιμοποιώντας οποιεσδήποτε τεχνικές. Οι εμπειρίες που είναι αποτέλεσμα ανθρωπίνων διαδικασιών είναι καρποί "αυτοερωπκής στροφής" του ανθρώπου προς τον εαυτό του. Είναι το είδωλο του άνθρωπου που εκλαμβάνεται σαν θεός.

Κλείνοντες το κεφάλαιο για τη θεογνωσία υπογραμμίζουμε πως εδώ δεν πρόκειται για διανοητική γνώση, αλλά για μετοχή στη ζωή του Τριαδικού Θεού, μέσω του Ιησού Χριστού. Αυτό δεν αποτελεί κοινωνία "κατ' ουσίαν", αλλά "κατά χάρη", είναι κοινωνία με τη θεία ενέργεια, που όμως προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό. Πρόκειται για ανεξιχνίαστο μυστήριο που μόνο με τη δημιουργία του κόσμου από το μηδέν μπορεί να παρομοιασθεί, όπως δηλαδή ο τρόπος αυτής της δημιουργίας είναι απρόσιτος στη διάνοια του άνθρωπου, έτσι και η κοινωνία ανάμεσα στο κτιστό και στον Άκτιστο μένει ακατανόητο μυστήριο για τον άνθρωπο. Αυτό που ό άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται, επειδή διέσπασε την κοινωνία με τον Θεό, του αποκαλύπτεται σαν καρπός αγάπης και πρόνοιας του Θεού για τον αποστάτη άνθρωπο. Με τον αποκαλυμμένο νόμο του Θεού ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό και να πάρει το δρόμο της επιστροφής προς την αληθινή θεογνωσία.

Ο γραπτός λόγος του Θεού, η Αγία Γραφή, αποτελεί πραγματικό φάρμακο για τον άνθρωπο και τον προφυλάσσει από την πνευματική ασθένεια της αίρεσης, που οδηγεί στην απώλεια. Αυτή η θεία αποκάλυψη παραδόθηκε "άπαξ" στην Εκκλησία και διατηρείται σαν μοναδικός θησαυρός μέσα στην Εκκλησία. Η Αγία Γραφή δεν μας προσφέρει απλώς κάποιες αλήθειες της θείας αποκάλυψης, αλλά προβάλλει και συγκεκριμένα παραδείγματα θεοπτίας. Αυτές οι πνευματικές εμπειρίες δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά δωρεά του Θεού. Δεν είναι το αποτέλεσμα της αναζητήσεως του Θεού από μέρους του άνθρωπου, αλλά αντίθετα το αποτέλεσμα της αναζητήσεως του άνθρωπου από μέρους του Θεού.

Οι γνήσιες πνευματικές εμπειρίες δεν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού, με τη βοήθεια οποιωνδήποτε τεχνικών. Εκείνο που ο άνθρωπος πρέπει να κάνει, είναι να καθαρίσει τον "τόπο", δηλαδή ολόκληρη την ύπαρξή του, από κάθε μολυσμό. Ο μολυσμένος νους δεν μπορεί να γίνει δέκτης των δωρεών του Θεου. Η αμαρτία είναι σκότος και εμποδίζει τον άνθρωπο να οδηγηθεί στη γνώση της αληθείας, στη θεογνωσία. Απαραίτητη προϋπόθεση της θεολογίας είναι η κάθαρση από τα πάθη, η ταπείνωση και η άσκηση της αρετής. Η έπαρση, η υπερηφάνεια, ακυρώνει κάθε προσπάθεια για αληθινή θεογνωσία. Η ταπείνωση πρέπει να είναι διαρκής κατάσταση για όποιον αναζητάει την αληθινή θεογνωσία και την κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η κοινωνία, το μυστήριο δηλαδή της σωτηρίας, συντελέσθηκε αμετάκλητα σε ότι αφορά τον Θεό. Όμως ο άνθρωπος μένει τρεπτός και επομένως πρέπει ν' αγωνίζεται ολόκληρη τη ζωή του να κρατήσει τη χάρη του Θεού. Ο Θεός δέχεται αυτόν τον αγώνα κάθε ταπεινής ψυχής και προσφέρει τη χάρη Του.

Αν ο πιστός σταματήσει αυτόν τον αγώνα ή θεωρήσει πως η εμπειρία της παρουσίας του Θεού είναι αποτέλεσμα δικών του και μόνον προσπαθειών, οδηγείται στην πλάνη.
Τότε θα θεωρήσει καταστάσεις που κινούνται στη διανοητική σφαίρα ή στο χώρο της κτιστής πραγματικότητας ως υπερβατικές εμπειρίες. Αυτό περικλείει μεγάλους κινδύνους για την ψυχική ισορροπία του άνθρωπου και "ανοίγουν" την πόρτα για δαιμονικές επιδράσεις. Γι' αυτό και ο χριστιανός δεν πρέπει να απολυτοποιεί οποιεσδήποτε πνευματικές εμπειρίες και να αγρυπνεί, ώστε να μένει ενωμένος με τη διδαχή του Χριστού και με την εν Χριστώ ζωή, διατηρώντας πάντοτε το ταπεινό φρόνημα, που προσελκύει τη χάρη του Κυρίου.



Read more:http://www.egolpion.net/no8es_empeiries.el.aspx#ixzz2kRKmdQO8

Τα χαρίσματα


Τα χαρίσματα


 
Τα χαρίσματα
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
             π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

   ΗΟρθόδοξη Εκκλησία πιστεύει πώς το Πνεύμα το Άγιο πού «ενοικεί» στην ψυχή τού πιστoύ, δημιουργεί νέα πραγματικότητα, η οποία γίνεται αισθητή στον πνευματοφόρο άνθρωπο, όπως μια έγκυος γυναίκα αισθάνεται το έμβρυο μέσα στα σπλάγχνα της και εκφράζεται εξωτερικά με θαυμαστά φαινόμενα. Αυτά τα φαινόμενα στη ζωή των πνευματοφόρων ανθρώπων δεν είναιεκστασιακά, αλλά αποτέλεσμα της ενοίκησης τού Αγίου Πνεύματος (Ρωμ. η' 9. Α' Κορ. γ' 16).

Δεν είναι η δύναμη των αγίων πού κάνει τα θαύματα, αλλά η χάρη τού Αγίου Πνεύματος όμως οι άγιoι έκαναν το θέλημα τού Θεού δικό τους θέλημα, μέσα τους ζει ο Xριστός (Γαλ β' 20. Ρωμ. ιδ' 8) και περιπατούν «κατά Πνεύμα» (Ρωμ. η' 4. Γαλ ε' 25). Έτσι έχουν εσωτερική πληροφορία της δύναμης και τού θελήματος τού Πνεύματος, ώστε να μπορούν να πουν: «ο, τι έχω τούτο σοι δίδω, εν τω ονόματι τού Ιησού Xριστoύ τού Ναζωραίου, έγειρε και περιπάτει»(Πράξ. γ' 6), ή «Ταβιθά, ανάστηθι»! (Πράξ. θ' 40).
Τα γνήσια χαρίσματα λοιπόν προϋποθέτουν την ενοίκηση τού Αγίου Πνεύματος(π. Γ. Μεταλληνός).

Αλλά αυτό δεν γίνεται με τις εξωτερικέςτεχνικέςτων πεντηκοστιανών, ούτε «αυτομάτως».Προυποθέτει την εσωτερική κάθαρση, πού δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της θείας ενέργειας, αλλά και αποτέλεσμα της ανθρώπινης προσπάθειας. Ο άνθρωπος πρέπει με τον ιδρώτα του να αποδείξει πώς επιθυμεί τη χάρη και πώς είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα γι' αυτήν (Ματθ. ιγ' 44), η συνύπαρξη της χάρης και της αμαρτίας είναι αδιανόητη. Το αληθινό χάρισμα δεν δίνεται ανεξάρτητα από τη πνευματική ετοιμότητα τού ανθρώπου, δεν χορηγείται δηλαδή χωρίς να υπάρχει ηθική πρόοδος (Μάρκ. δ' 28).

Το ότι οΘεός δεν δρα μηχανικά και «αυτοστιγμεί», όπως νομίζουν πολλές νεoπροτεσταντικές και πεντηκοστιανές ομάδες, αποδεικνύεται ακόμη και από τις έκτακτες και εξαιρετικές περιπτώσεις πού αναφέρονται στην αγία Γραφή: οΚορνήλιοςήταν προσήλυτος, «ευσεβής και φοβούμενος τον Θεόν μετά παντός τού οίκου του... και εδέετο τού Θεού διαπαντός» (Πράξ. ι' 1-2).ΟΑιθίοπας ευνούχος, ο άρχoντας της Κανδάκης μελετούσε με προσοχή τούς προφήτες ήταν προετοιμασμένος να βαπτισθεί και να λάβει τη χάρη (Πράξ. η' 27-28).

«Το γάρ κατοικητήριον και η ανάπαυσις του Πνεύματος η ταπεινοφροσύνη εστίν, η αγάπη τε και πραότης και αι λοιπαί του Κυρίου εντολαί», το κατοικητήριον και η ανάπαυση του Αγίου Πνεύματος είναι η ταπεινοφροσύνη, η αγάπη, η πραότητα και oι υπόλοιπες αρετές του Κυρίου, υπογραμμίζει ο άγιοςΜακάριος ο Αιγύπτιος, κηρύττοντας τη διδαχή της Ορθοδοξίας, πού ερμηνεύει την αγία Γραφή.

«Αυτός λοιπόν πού θέλει πραγματικά να ευχαριστήσει τον Θεό, να δεχθεί από αυτόν την επουράνια χάρη του Αγίου Πνεύματος και ν' αυξηθεί και να τελειοποιηθεί με το Άγιο Πνεύμα, πρέπει ν' αγωνίζεται σ' όλες τις εντολές του Θεού (αυξήσαι καί τελειωθήναι), ακόμα και όταν δεν θέλει να πειθαρχήσει η καρδιά του..., διότι όπως κάποιος αγωνίζεται στην επιμονή της προσευχής και αγωνιά, με τον ίδιο τρόπο, αν θέλει, σ' όλους τούς αγώνες της αρετής αγωνίζεται και προσπαθεί και συνηθίζει τον εαυτό του στην αγαθή ζωή, και έτσι ζητώντας και προσευχόμενος στον Κύριο, αφού ακουσθεί η αίτησίς του για κάθε τι, γευθεί την παρουσία του Θεού, και γίνει μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, τότε κάνει ν' αυξηθεί και να καρποφορήσει το χάρισμα πού του δόθηκε και θ' αναπαυθεί στην ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη, στην πραότητά του.
Το ίδιο το Άγιο Πνεύμα χαρίζει σ' αυτόν αυτά, του διδάσκει την αληθινή προσευχή, την αληθινή αγάπη, την αληθινή πραότητα, για τα οποία αγωνίσθηκε και ζήτησε και φρόντισε και μελέτησε και τελικά του δόθηκαν, και έτσι, αφού αυξήθηκε και τελειοποιήθηκε κατά Θεόν, αξιώνεται να γίνει κληρονόμος της βασιλείας του Θεού. Γιατί ο ταπεινός ποτέ δεν πέφτει. Από που να πέσει, αφού βρίσκεται κάτω από όλους; Ταπεινώνει πολύ τον άνθρωπο η υψηλοφροσύνη, ενώ η ταπεινοφροσύνη γίνεται ύψωση και τιμιότητα και αξίωμα» (Μακαρίου του Αιγυπτίου, Όμιλ ιθ).

Τα χαρίσματα τα προσφέρει ο Θεός και αποτελούν πραγματικότητα στη ζωή της Εκκλησίας (Ρωμ. ιβ' 4-8. Α' Κορ. ιβ' 4-11. 27-28). Δεν λαμβάνονταιεκβιαστικά, αλλά δωρίζονται στις ταπεινές ψυχές. Όχι με τη βοήθειατεχνικών, αλλά με βάση τη θεία βούληση. Το Άγιο Πνεύμα διανέμει τα χαρίσματα όπως θέλει (Α' Κορ. ιβ' 11. Έβρ. β' 4), όποτε θέλει και για τούς σκοπούς πού θέλει!

Αυτή είναι και η έννοια του χαρίσματος σημαίνει πώς κάτι δίδεται δωρεάν και στην περίπτωση αυτή προσφέρεται «άνωθεν» (Ιακ. α' 17), δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα εκβιασμού του ανθρώπου προς τον Θεό!Η χάρη «πνέει» όπου θέλει(Ιω. γ' 8), κανένας δεν ξέρει από που έρχεται και που πηγαίνει! Ό Θεός το προσδιορίζει αυτό, πότε θα έλθει, σε ποίους θα έλθει. Εκείνος καθορίζει τούς σκοπούς και όχι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος μπορεί μόνο να δεχθεί τη χάρη και να υποταγεί στο θέλημα του Θεού (Ρωμ. θ' 16).

Όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος έχουν σκοπό την οικοδομή της Εκκλησίας (Α' Κορ. ιδ' 1-28. ΕΦεσ. δ' 11-13). Αν κάποιος δεν είναι ενωμένος με την Εκκλησία και δεν οικοδομεί το «εν σώμα» (ΕΦεσ. δ' 4), αλλά το διασπά, δεν είναι αληθινός χαρισματούχος (Α' Κορ. ι' 17. ιβ' 12-31. ΕΦεσ. δ' 4. 11-12. Κολ γ' 15).

Αν κάποιος ισχυρίζεται πώς έχει το προφητικό χάρισμα και δεν κηρύττει τη διδαχή του Θεού, λαλεί «εν ασεβεία» το χάρισμά του δεν είναι αληθινό, είναιψευδοπροφήτης(Δευτ. ιη' 20-22) ακόμη και αν παρουσιάζει «σημεία και τέρατα», αυτά δεν προέρχονται από το Πνεύμα της αληθείας, αλλά από το πνεύμα της πλάνης (Β' Θεσ. β' 9-12. βλ καί Ματθ. κδ' 24. Αποκ. ιγ' 13-14).




Read more:http://www.egolpion.net/xarismata.el.aspx#ixzz2kRKUNKTS

Πτώση και ανόρθωση του ανθρώπου

Πτώση και ανόρθωση του ανθρώπου


 
Πτώση και ανόρθωση του ανθρώπου
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

   Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και του έδωσε τη δυνατότητα της κοινωνίας με το Δημιουργό μέσω της άκτιστης θείας χάρης, δηλαδή μέσω της ζωοποιού ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.
Σ' αυτό το περιβάλλον της θείας αγάπης ο άνθρωπος είχε τη δυνατότητα να καλλιεργήσει την κοινωνία, αναπτύσσοντας ελεύθερη και ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Επομένως ο ίδιος ο άνθρωπος έπρεπε να φθάσει στην τελειότητα, μένοντας ελεύθερα στο περιβάλλον του Θεού, έχοντας όμως πάντοτε τη δυνατότητα και να την αρνηθεί.
Δυστυχώς ο άνθρωπος, με την απάτη τού Διαβόλου, αρνήθηκε την αγαπητική σχέση με τον Θεό και απομακρύνθηκε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα να γίνει νεκρός πνευματικά, αφού ο ίδιος χωρίσθηκε από τη ζωοποιό ενέργεια του Θεού.
Ο φυσικός θάνατος πού ακολούθησε τον πνευματικό ήταν φυσικό αποτέλεσμα της αμαρτίας. Έτσι ο θάνατος μπήκε στη ζωή του ανθρώπου σαν παράσιτο, σαν αποτέλεσμα ελεύθερης πράξης του ανθρώπου:του χωρισμού του από τον Θεό(πρβλ Ιω. γ' 36, η' 51. Α' Ιω. γ'10-14).
Ο Θεός δεν εμπόδισε τον θάνατο, τον επέτρεψε για να μη γίνει αθάνατο το κακό, για να δώσει στον άνθρωπο ευκαιρία μετανοίας, για να αναπλάσει τον άνθρωπο και να τον αναδείξει νέα δημιουργία εν Χριστώ. (Β' Κορ. ε' 17. Γαλ στ' 15).«Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν, ουδέ τέρπετε επ' απωλεία ζώντων» (Σοφ. Σολ. α' 13).
Ο Θεός βέβαια θα μπορούσε να δημιουργήσει τον άνθρωπο ηθικά τέλειο, ώστε να μη απομακρυνθεί από την αγάπη Του, τούτο όμως θα του αφαιρούσε την ελευθερία, τη δυνατότητα δηλαδή να εκλέξει ελεύθερα την αθανασία, χωρίς να βιάζεται από κανένα.
Αυτά φανερώνουν πώς η Ορθόδοξη Εκκλησία κάνει διαχωρισμό μεταξύ δημιουργίας και πτώσης του κόσμου με την απάτη του Σατανά.
Με την πτώση ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από τη θεία ζωή. Έχασε την αφθαρτοποιό ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και η φύση του αρρώστησε. Έτσι «δι' ενός ανθρώπου η αμαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατoς, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας ανθρώπους, εφ' ω πάντες ήμαρτον», δηλαδή όλοι οι άνθρωποι αμάρτησαν εξ αιτίας του φόβου του θανάτου (Ρωμ. ε' 12).
Η σωτηρία του ανθρώπου συνίσταται στην αποκατάσταση της αθανασίας, δηλαδή στην επαναφορά του ανθρώπου στην κοινωνία του Θεού, μέσω των άκτιστων θείων ενεργειών.
Βέβαια ο απόστολος λέγει πώς ενώ είμαστε «εχθροί», «κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του Υιού Αυτού» (Ρωμ. ε' 10) αλλά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο άγιος Iωάvvης ο Χρυσόστομος,δεν εχθρευόταν ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά εμείς οι ίδιοι εχθρευόμασταν τον Θεό. Ο σταυρός του Χριστού προϋποθέτει όχι έχθρα, αλλά άπειρη αγάπη (Ιω. γ' 16. Β' Κορ. ε' 19).
Η σωτηρία αναφέρεται στη θεραπεία της άρρωστης ανθρώπινης φύσης, στην απαλλαγή από τη δουλεία του Διαβόλου και του θανάτου και στην επαναφορά μας στο δρόμο για την αθανασία.
Η σωτηρία πραγματοποιείται στο πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος «μετέλαβεν από των αυτών», δηλαδή προσέλαβε ολόκληρο τον άνθρωπο, «δια να καταργήσει δια του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, τουτέστι τον διάβολο και να ελευθερώσει εκείνους πού δια τον φόβον του θανάτου ήσαν δια παντός βίου υποκείμενοι στη δουλεία» (Έβρ. β' 14-15. πρβλ ιβ' 28. Λουκ. ω'20).
Η σωτηρία λοιπόν της ανθρώπινης φύσης ταυτίζεται με την πρόσληψή της από τον Υιό και Λόγο του Θεού και την επαναφορά της στην θεία κοινωνία (Β' Πέτρ. α' 4). Είναι καρπός της αφθαρτοποιού ενέργειας του Αγίου Πνεύματος (Α' Κορ. ιε' 45-49. Β' Κορ. γ' 6).
Ο άνθρωπος είναι αδύνατον να σώσει τον εαυτό του, ούτε με τα έργα, ούτε ακόμη και με την πίστη: «σάρξ και αίμα βασιλείαv Θεού δεν δύνανται να κληρονομήσουν» (Α' Κορ. ιε'50).Αυτό όμως δεν σημαίνει πώς δεν σώζετω ή σάρκα του ανθρώπου. Βέβαια η σάρκα δεν μπορεί να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού, μπορεί όμως να κληρονομηθεί από το Άγιο Πνεύμα, να ενδυθεί αφθαρσία και αθανασία και να μεταφερθεί στη βασιλεία των ουρανών (Α' Κορ. ιε' 51-54.). Έτσι ή σωτηρία αναφέρεται σε ολόκληρο τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματική ενότητα.
Η σωτηρία είναι δώρο Θεού (πρβλ Πράξ. β' 47. Ρωμ. η' 15. Εφεσ. β' 8-9). όμως ο Θεός δεν ενεργεί τυφλά. Σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αποφασίζει τελικά αν θα δεχθεί η θα απορρίψει τη χάρη του Θεού, αντιστεκόμενος στην ενέργεια του Πνεύματος (Β' Κορ. στ' 1).
Ο Θεός θέλει τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος πρέπει να δεχθεί την πρόσκληση του Θεού (Ματθ. κγ' 37. Πραξ. ζ' 51. Άποκ. γ' 20), να πιστέψει συνειδητά και με συνέπεια στη δωρεά του Θεού. Τότε ο Θεός του λογαριάζει την πίστη αυτή δια δικαιοσύνη (Ρωμ. δ' 2-11).
Χωρίς πνευματικό αγώνα με σκοπό να μείνουμε στην αγάπη του Θεού και του πλησίον, η σωτηρία είναι αδύνατη(Α' Ίω. γ' 14). Και αν ακόμη υπάρχει η πίστη, είναι νεκρά, οδηγεί στον θάνατο, όχι στη ζωή (Ματθ. κε' 31-46. Ίακ. β' 26). Επομένως τα έργα είναι απαραίτητα, παρ' όλο που δεν έχουν εξιλεωτικό χαρακτήρα. Εκφράζουν την αμετάκλητη επιθυμία του ανθρώπου για σωτηρία και κρατούν τον άνθρωπο άγρυπνο εναντίον της πανουργίας του διαβόλου πού απειλεί να του αφαιρέσει τη χάρη (ΕΦεσ. στ' 10-18). Διατηρούν τον πιστό «ανοικτό» στη χάρη και στην καρποφορία του Αγίου Πνεύματος, πού δεν πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση (συνεργία) του ανθρώπου (Γαλ. ε' 22-25).
Η σωτηρία πραγματοποιήθηκε βέβαια «εν Xριστώ» μία για πάντα. Όμως ο χριστιανός πού έλαβε τη χάρη πρέπει διαρκώς νά αγρυπνεί. Ο Θεός δωρίζει τη σωτηρία και ο άνθρωπος μπορεί να είναι βέβαιος γι' αυτό πού εξαρτάται από τον Θεό (Ματθ. α' 21. Πράξ. δ' 12. ι' 43. Α' Τιμ. β' 5-6). Όμως σε ο,τι αφορά τον άνθρωπο δεν υπάρχει βεβαιότητα σωτηρίας, γιατί η φύση του είναι τρεπτή. Ο πιστός μπορεί κάθε στιγμή να πέσει, ακόμη κι αν  βρίσκεται στα ύψη της αγιότητας μία στιγμή έπαρσης αρκεί. Γι' αυτό και ο ψαλμωδός εύχεται: «Το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ' εμού» (Ψαλμ. ν/να' 11), και ο απόστολος επιβεβαιώνει: «ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση» (Α' Κορ. ι' 12), «μη υψηλοφρόνει, αλλά φοβού» (Ρωμ. ια' 25).
Ο τελικός προορισμός του πιστού είναι το «υπερώον της πεντηκοστής», στο οποίο βρίσκονται οι απόστολοι και ολόκληρη η Εκκλησία των πρωτοτόκων (Έβρ. ιβ' 23). Γι' αυτό το λόγο ο χριστιανός πρέπει να αναλάβει πνευματικό αγώνα, να μη χάσει εκείνο πού απέκτησε (Β' Ίω. 8) και αποβεί ο αγώνας του μάταιος (Β' Κορ. στ' 1. Γαλ. β' 2. Α' Θεσ. γ' 5).
Η σωτηρία δεν είναι ένα στιγμιαίο και αμετάκλητο γεγονός.Η Γραφή λέγει πώς η βασιλεία του Θεού είναι σαν να ρίψει ένας άνθρωπος το σπόρο στη γη και αυτός βλαστάνει και αυξάνεται και καρποφορεί, «πρώτον χόρτον, έπειτα στάχυν, έπειτα πλήρη σίτον εν τω στάχυι» (Μάρκ. δ' 26-28). Ο «φωτισμός» με το άγιο βάπτισμα συντελείται «άπαξ», γιατί μόνο ένα βάπτισμα υπάρχει (ΕΦεσ. δ' 5. Έβρ. στ' 4). Όμως ο πιστός καλείται να φυλάξει την παρακαταθήκη της χάρης, για να δεχθεί το «βραβείον της άνω κλήσεως» και να «συγκαταριθμηθή τοίς πρωτοτόκοις, τοίς απογεγραμμένοις εν ουρανώ» (ακολουθία του βαπτίσματος).
Αν «ανοίξουμε» τον εαυτό μας στη χάρη του Θεού, τότε το δώρο πού λάβαμε θα αναπτυχθεί μέσα μας και θα εκδηλωθεί με τον καρπό του Πνεύματος, πού είναι τα διάφορα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. ε' 22). Αυτά τα χαρίσματα δεν είναι ηθικά προσόντα, τα οποία μετρούμε με τα μάπα των ανθρώπων, πού βρίσκονται μακριά από τον Χριστό. Όταν λόγου χάρη η Εκκλησία στην υμνολογία της χρησιμοποιεί τον όρο «σοφός» δεν εννοεί την κατά κόσμο σοφία, αλλά την «μωρία του σταυρού» (Α' Κορ. α' 21-25), δηλαδή τούς «διδακτούς του Πνεύματος του Αγίου λόγους» (Α' Κορ. β' 13).
Η ηθική Ζωή του πνευματοφόρου ανθρώπου δεν μετριέται με τα μέτρα του κόσμου τούτου, αλλά με τα μέτρα του Θεού. Είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και όχι αποτέλεσμα «καλλιέργειας» του ανθρώπου, καρπός «αυτόνομων» διαδικασιών, ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα κατοικεί μέσα στον πιστό. Είναι το πνεύμα της υιοθεσίας, πού «κράζει» μαζί με το δικό του πνεύμα, «Αβά ο Πατήρ» (Ρωμ. η' 15) και συμβοηθεί τον πιστό «εις τας ασθενείας», ικετεύοντας «υπέρ ημών δια στεναγμών αλλαλήτων»(Ρωμ. η' 26).
Η Ε.Χ [εννοεί την "Εκκλησία του Χριστού" - αιρετική ομάδα] κηρύττει πώς ο Θεός δεσμεύεται και παρέχει τη σωτηρία μόνο όταν ακολουθήσει κανείς ορισμένη διαδικασία και περάσει καθορισμένα στάδια: ακοή, πίστη, μετάνοια, ομολογία, βάπτισμα.Όμως η Γραφή μας πληροφορεί πώς η αγάπη του Κυρίου δεν δεσμεύεται από κανένα νόμο, προκειμένου να σώσει τον άνθρωπο.Ο Ληστής λόγου χάρη πήρε τη διαβεβαίωση από τον Κύριο πώς την ίδια μέρα θα βρισκόταν μαζί του στον παράδεισο χωρίς ν' ακολουθήσει τα στάδια αυτά.
Είναι αυτονόητο πώς στους ενήλικες είναι απαραίτητη η συγκατάθεσή τους, η οποία εκφράζεται με την αποστροφή της αμαρτίας και τη στροφή προς την εν Χριστώ Ζωή.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Read more:http://www.egolpion.net/ptosi_anorthosi.el.aspx#ixzz2kRK2BsPl

Πνευματικές Εμπειρίες

Πνευματικές Εμπειρίες



ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ


         Οι ομάδες στις οποίες αναφερθήκαμε [*] υπογραμμίζουν την προσωπική πνευματική εμπειρία. Το ίδιο κάνουν και άλλες ομάδες, πεντηκοστιανές, χαρισματικές, νεοπεντηκοστιανές, «υπερδογματικές», ακόμη και οι «φωτισμένες», οι άνθρωποι της «Χριστιανικής Οργάνωσης Ειρήνης» (ΧΟΕ), όσοι υπογραμμίζουν το λεγόμενο «δυναμικό ευαγγελισμό» (Power Evangelism) κα. Όμως κρίνουμε σκόπιμο να αναλύσουμε σ' αυτό το σημείο το θέμα της πνευματικής εμπειρίας σε γενικότερα πλαίσια.

Σύμφωνα με την αγία Γραφή στο κέντρο της Χριστιανικής ομολογίας τίθεται η πίστη στον Ένα Κύριο (Δευτερ. στ' 4). Σ' αυτό το σημείο η Γραφή παρουσιάζει ενότητα.

O Φίλιππος μετράει τη γνησιότητα της εμπειρίας του με βάση τη διδαχή των προφητών, το ίδιο κάνει και ο Ναθαναήλ (Ίω. α' 45-46). Ή ομολογία πίστης στο πρόσωπο τού Χριστού διαφοροποιεί την Εκκλησία από τη συναγωγή. 0ποιος επέμενε σ' αυτή την ομολογία εκηρύσσετο αποσυνάγωγος (Ιω. β' 22. ιβ' 42).

Στην αγία Γραφή δεν προσδιορίζει η εμπειρία την πίστη, αλλά η πίστη, ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος (Ρωμ. ι' 9), κατοχυρώνει τη γνησιότητα της εμπειρίας πού αποκτάται σε ενότητα με την ομολογία και τη ζωή της Εκκλησίας.

O απόστολος Παύλος δεν στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία την παρασιωπά(Γαλ β' 3-9). Μόνο ο Λουκάς κάνει λόγο για την εμπειρία τού Παύλου και τούτο για να υπογραμμίσει τη σχέση του με τον Χριστό, η οποία μόνη έχει αποφασιστική σημασία. Η μεταστροφή τού Παύλου είναι έργο τού Θεού, γι' αυτό και γίνεται Μέγας, όχι για την εμπειρία, αλλά για το περιεχόμενο της πίστης.

O ίδιος ο απόστολος Παύλος υπογραμμίζει πώς παρέδωσε το ευαγγέλιο πού παρέλαβε, ότι ο Χριστός απέθανε για τις αμαρτίες μας, ετάφη και ανέστη, και παρακινεί τους Κορινθίους να φυλάττουν αυτό το ευαγγέλιο.

Σαν απόδειξη δεν φέρει προσωπικές πνευματικές εμπειρίες, αλλά τις εμπειρίες άλλων, δηλαδή της Εκκλησίας τού αποστόλου Πέτρου, των δώδεκα, των πεντακοσίων, τού Ιακώβου και των λοιπών αποστόλων. Τελευταία αναφέρει και τη δική του εμπειρία, πού όμως της δίνει δευτερεύουσα σημασία, για να καταλήξει πώς και αυτός και εκείνοι, «ούτω κηρύττομε και ούτος επιστεύσατε» (Α' Κορ. ιε' 1-11).

H πίστη λοιπόν δεν προσδιορίζεται από την προσωπική εμπειρία, αλλά παραδίδεται και παραλαμβάνεται μέσα στην Εκκλησία (Α' Τιμ. στ' 20. Β' Τιμ. α' 14. β' 2. 'Ιούδα 3). Το περιεχόμενο της πίστης είναι το μέτρο για τη γνησιότητα της εμπειρίας. O απόστολος Θωμά ήθελε να έχει την εμπειρία τού θαύματος, το «σημείο», πού ζητούσαν οι Ιουδαίοι (Α' Κορ. α' 22)' όμως αυτός ο τρόπος πίστης υπερνικάται από τον Χριστό, μακάριοι, λέγει είναι όσοι δεν είδαν και επίστευσαν (Ίω. κ' 28).

Οι απόστολοι είχαν αναμφίβολα την ημέρα της πεντηκοστής μοναδική εμπειρία (Πράξ. β' 2). Όμως για τις τρεις χιλιάδες πού πίστεψαν στο κήρυγμα τού Πέτρου αναφέρεται πώς διέμεναν «εν τη διδαχή των αποστόλων, και εν τη κοινωνία, και εν τη κλάσει. τού άρτου και εν ταίς προσευχαίς»(Πράξ. β' 41).

H διδαχή δηλαδή δεν ήταν αποτέλεσμα της προσωπικής εμπειρίας τού καθενός, αλλά προκαθορισμένο μέγεθος, εναρμονισμένη με τη Ζωή της Εκκλησίας. Ό καθένας εκαλείτο να δεχθεί αυτή τη διδαχή σαν κάτι το δεσμευτικό και να οικοδομήσει την προσωπική του εμπειρία πάνω σ' αυτή τη διδαχή. Έτσι μπορούσε να είναι βέβαιος και για τη γνησιότητα της εμπειρίας τoυ.

Τούτο γιατί δεν είναι όλες οι εμπειρίες γνήσιες, προερχόμενες από το πνεύμα της αληθείας (βλ Έξοδ. ζ' 10-11. 20-22. η' 7.3 κ'α.). H αγία Γραφή μας βεβαιώνει πώς 0ποιος παραβαίνει και δεν μένει πιστός στη διδαχή τού Χριστού «Θεόν ουκ έχει.. ει τις έρχεται προς υμάς, και αυτήν την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις τήν οικίαν»(Β' Ιω. 9).

H γνησιότητα ενός χριστιανού και ενός κήρυκα τού ευαγγελίου δεν είναι πνευματικές του εμπειρίες, αλλά η διδαχή τού Χριστού. O ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει πώς «πνευματικές εμπειρίες» θα προβάλλονται και από ψευδόχριστους και ψευδοπροφήτες με αποτέλεσμα να φέρουν σύγχυση, και να πλανούν ακόμη και «εκλεκτούς» (Ματθ. κδ' 24-25. Β' Κορ. ια' 13-15. Αποκ, ιγ' 12-18. ιστ' 14. ιθ' 20). Γι' αυτό και ο απόστολος Ιωάννης συνιστά: «Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Α' Ιω. δ' 1).

Αν κανείς βασισθεί στις προσωπικές του εμπειρίες, είναι εύκολο να πλανηθεί. Αν λόγου χάρη χαρακτηρίσει κανείς το φαινόμενο τηςγλωσσολαλιάςσαν γνήσια πνευματική εμπειρία και την θέσει στο κέντρο της πνευματικής ζωής, αξιολογώντας την σαν εξωτερικό «σημείο» για το «βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος», είναι σίγουρο πώς θα οδηγηθεί στηνπλάνη.

 Θα θεωρήσει το φαινόμενο αυτό «απόδειξη» μιας «νέας πεvτηκοστής» και την ομάδα πού προβάλλει τέτοιες εμπειρίες σαν την «εκκλησία των εσχάτων καιρών», σαν την «νύμφη», πού θα παραλάβει ο Κύριος. Τότε γι' αυτόν η Ορθόδοξη Εκκλησία, γίνεται «κατ' όνομα εκκλησία», ή και «πόρνη Βαβυλώνα», από την οποία πρέπει «τα παιδιά του Θεού» να εξέλθουν!
Ο ορθόδοξος χριστιανός δεν διατρέχει τέτοιο κίνδυνο, γιατί υποτάσσει την προσωπική του εμπειρία σε μία αυθεντία, πού είναι έξω από αυτόν, δηλαδή στην αυθεντία του θελήματος του Θεού (Πράξ. ε' 29).
Η εμπειρία του τότε δεν είναι υποκειμενική, δεν προσδιορίζεται από φυσικές καταστάσεις, δεν είναι αποτέλεσμα δαιμονικής επίδρασης.Στόχος του κάθε πιστού μέσα στην Εκκλησία δεν είναι η εμπειρία,είτε «γλωσσολαλιά» λέγεται αυτή, είτε «προφητεία», «δυνάμεις», «χαρίσματα ιαμάτων» ή οτιδήποτε άλλο (Α' Κορ. ιβ' 29), αλλά η «καθ' υπερβολήν οδός», η αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» και είναι μεγαλύτερη από την πίστη και από την ελπίδα (Α' Κορ. ιβ' 31. ιγ' 13).

Αυτή η αγάπη αναφέρεται ταυτόχρονα στον Θεό και στον πλησίον και δεν μπορεί να απομονωθεί από τις άλλες εντολές (Μάρκ. κβ' 37-40. Γαλ. ε' 14. Α' Ίω. δ' 16-21) «εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, ο κόσμος ου δύναται λαβείν» (Ίω. ιδ' 15-17).

Όποιος δεν τηρεί τις εντολές του Κυρίου δεν λαμβάνει το Πνεύμα το Άγιο, ούτε έχει γνήσιες πvευματικές εμπειρίες, πού είναι καρποί του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. ε' 22). H υπακοή στη διδαχή των αποστόλων, δηλαδή η τήρηση των εντολών του Θεού, είναι γνώρισμα της αληθινής θεογνωσίας «ο γινώσκων τον Θεόν ακούει ημών, ος ουκ εστίν εκ του Θεού ουκ ακούει ημών. Εκ τούτου γινώσκομεν το πνεύμα της αληθείας και το πνεύμα της πλάνης» (Α' Ίω. δ' 6).

H απολυτοποίηση της προσωπικής εμπειρίας μπορεί να αποβεί καταστροφική για το άτομο.Τούτο γιατί οι εμπειρίες μπορούν να μεθοδευτούν και να κατασκευασθούν, με σκοπό να υποτάξουν τα άτομα και να τα κάνουν εξηρτημένα από τα κέντρα αποφάσεων των διάφορων ομάδων, πού επικαλούνται «εμπειρίες», για να «αποδείξουν» πώς έχουν θεία εξουσιοδότηση.Τούτο βλέπουμε σε πολλές προτεσταντικές ομάδες. Η ηγεσία τους αυτοπροβάλλεται σαν απόλυτη εξουσία, σαν εκπρόσωπος του Θεού πάνω στη γη και απαιτεί απόλυτη υποταγή. Ανταρσία εναντίον της λογίζεται ανταρσία εναντίον του Θεού.
O κίνδυνος αυτός δεν υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία γιατί ή πνευματική εμπειρία δεν απολυτοποιείται. Ακόμη και στην περίπτωση προσωπικών πνευματικών εμπειριών, αυτές, ουσιαστικά, δεν είναι ατομικές εμπειρίες, αποκομμένες από την πίστη, τη λατρεία και τη ζωή της Εκκλησίας. Εξάλλου, στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι η εμπειρία πού προσδιορίζει το περιεχόμενο της πίστης και τον τρόπο της ζωής, αλλά η πίστη της Εκκλησίας και η ζωή σε ενότητα «μετά πάντων των άγίων», αυτή είναι πού «μετράει» και τη γνησιότητα μιας πνευματικής εμπειρίας.
 (Περισσότερα για το θέμα των πνευματικών εμπειριών βλ. Ά. Άλεβιζοπούλου, «Πνευματικές εμπειρίες στην αναζήτηση νοήματος ζωής», εκδ. ΠΕΓ, Άθήνα 1989. του ίδιου, «Αποκρυφισμός, Γκουρουϊσμός, Νέα Έποχή», Πρέβεζα 1990, σ. 287-291).
 
[*]Ευσεβιστικές και Μεθοδιστικές κοινότητες


ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Read more:http://www.egolpion.net/pnevmatikes%7Bempeiries.el.aspx#ixzz2kRJhY4DA

Το νόημα των θλίψεων


Το νόημα των θλίψεων


 
ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ

      Οι θλίψεις, κατά την ορθόδοξη αντίληψη,δενπαρουσιάζονται σαν αποτέλεσμα πτώσης και αμαρτίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πώς ο Θεόςπαιδαγωγείτον αμαρτωλό με θλίψεις, αλλά εξίσου βέβαιο είναι πώς οι θλίψεις παρουσιάζονται και στη ζωή των δικαίων.
  Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Θα σας παραδώσουν σε θλίψη» (Ματθ. κδ' 9), ο δρόμος σας είναι στενός (Ματθ. ζ' 13-14. Λουκ. ιγ' 24).
Ο απόστολος σημειώνει πώς είμαστε «ως αποθνήσκοντες» σ' αυτή τη ζωή (Β' Κορ. στ' 9).
  Αλλά αυτό αποτελεί τη μία όψη του πιστού, γιατί γνωρίζει πώς γι' αυτόν υπάρχει διέξοδος: «Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. κδ' 13), ο δρόμος του είναι «στενός», αλλά γνωρίζει ότι οδηγεί «εις την ζωήν» (Ματθ. ζ' 14).
 Ο πιστός χριστιανός, μέσα από τις θλίψεις και μέσα από το θάνατο αποκτά την αίσθηση του όλου, της συνεχείας της ζωής και αξιολογεί ορθά τη βιολογική του ύπαρξη σ' αυτό τον κόσμο. Γι' αυτό και ο απόστολος Παύλος τονίζει: «ως αποθνήσκοντες αλλ' ιδού ζώμεν, ώς παιδευόμενοι αλλά μή θανατούμενοι, ώς λυπούμενοι, πάντοτε όμως χαίροντες» (Β' Κορ. στ' 9-10)
   Ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται και η θλίψη είναι πραγματικότητα ατή ζωή. Όμως ο χριστιανός ενατενίζει την αιώνια πραγματικότητα και αποβλέπει στα «μη βλεπόμενα» (Β' Κορ. δ' 16-17).
  Άγιοι άνθρωποι εδοκιμάζοντο με ασθένειες ο Παύλος (Β' Κορ. ιβ' 7-9. Γαλ δ' 13-14), ο Επαφρόδιτος (Φιλιπ. β' 25-27), ο Τιμόθεος (Α' Τιμ. ε' 23).
  Οι θλίψεις μπορεί να είναι μεγάλη ευλογία. Μπορεί να μας προφυλάξουν από την υπερηφάνεια, να αφήσουν να εκδηλώνεται στο έπακρον η δύναμη του Θεού στη ζωή των πιστών, πού βρίσκονται σε θλίψη, να μας μεταδώσουν ένα άλλο μήνυμα του Θεού.
  Η άποψη λοιπόν πώς οι θλίψεις, ακόμη και η ασθένεια είναι αποτέλεσμα αμαρτίας, δεν είναι Γραφική.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ     www.egolpion.com


Read more:http://www.egolpion.net/nohma_thlipsewn.el.aspx#ixzz2kRJMaPpG

Η Ιεροσύνη

Η Ιεροσύνη


 
Η Ιερωσύνη
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
   
      H Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται τηγενικήιεροσύνη τού λαού τού Θεού(Α' Πέτρ. β' 9. Αποκ. α' 6. ε' 10. κ' 6), η οποία υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη(Έξοδ. ιθ' 6). Όμως αυτή η γενική ιεροσύνη δεν απέκλειε την ύπαρξη καιειδικήςιεροσύνης, πού αποσκοπούσε στην οικοδομή τού λαού και στην άσκηση της θείας λατρείας (Έξοδ. κη' 1. κθ' 9. λ' 30. μ' 12-13).
Η Εκκλησία μας δεν αμφισβητεί πως η ιεροσύνη τού Χριστού είναι αμετάθετη και πώς δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει άλλο είδος ιεροσύνης(Έβρ. Ζ' 23-26). Αυτό όμωςδεν αποκλείει την ύπαρξη «ιεροσύνης» με σχετική έννοια, σαν «μετοχή» στη μία και μοναδική ιεροσύνη τού Χριστού. Η αγία Γραφή κάνει λόγο για «ιερείς» της Καινής Διαθήκηςοι οποίοι δεν θα έχουν σχέση με την Ααρωνική ιεροσύνη και θα προέρχονται από τα έθνη(Ησ. ξστ' 18-21). Οι ιερείς αυτοί θα διακονούν στο χριστιανικό θυσιαστήριο(Εβρ. ιγ' 10. Α' Κορ. ι' 21)και θα προσφέρουν«θυσίαν καθαράν»(Μαλαχ. α' 11).
Οι ιερείς της Καινής Διαθήκης δεν έχουν δική τους ιεροσύνη, ανεξάρτητα από την ιεροσύνη τού Χριστού. Όπως ακριβώς η θεία ευχαριστία πού τελείται στην Εκκλησία αποτελεί «μετοχή» στη θυσία τού Γολγοθά , έτσικαι η ιεροσύνη της Εκκλησίας αποτελεί «μετοχή» στην ιεροσύνη τού Χριστούπού είναι μοναδική.
Οι ιερείς της Εκκλησίας είναι διάκονοι και οικονόμοι των μυστηρίων τού μόνου Αρχιερέως(Α' Κορ. γ' 5-9. δ' 1. Τίτ. α' 7. Α' Πέτρ. δ' 10).Ο Χριστός είναι ο μόνος μεσίτηςμέσω Αυτού επιτυγχάνεται η συμφιλίωση με τον Θεό(Ιω. δ' 6.13-14. Α' Τιμ. β' 5).
Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει την αποστολική παράδοση. Στην ιεροσύνη διακρίνει τρεις βαθμούς: τοδιάκονο, τονπρεσβύτεροκαι τονεπίσκοπο.
Οι απόστολοι είχαν πλήρη συναίσθηση της διαδοχής τού επισκοπικού αξιώματος. Στην περίπτωση εκλογής τούΜατθίαγίνεται φανερό πώς το αποστολικό αξίωμα ήτανανεξάρτητοαπό το συγκεκριμένο πρόσωπο(Πράξ. α' 15-26). Ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο όχι μόνο για «επισκόπους», αλλά και για «επισκοπή»(Α' Τιμ. γ' 1). Καθορίζει μάλιστα και τα προσόντα πού πρέπει να έχουν οιυποψήφιοι «επίσκοποι»(Α' Τιμ. γ' 2-7)και «διάκονοι»(Α' Τιμ. Υ' 8-13).
Βέβαια η Καινή Διαθήκη ταυτίζει κατ' αρχήν τούς όρους «επίσκοπος» και «πρεσβύτερος»(Πραξ. κ' 17.28), όμως αυτό δεν σημαίνει πώς στην αποστολική Εκκλησία δεν υπήρχετρίτοςβαθμός της ιεροσύνης. Ο Τίτος επί παραδείγματι ήταν επίσκοπος Κρήτης και ο Τιμόθεος εκτελούσεεπισκοπική διακονίαστην Εκκλησία της Εφέσου. Σ' αυτή τη διακονίαπεριλαμβανόταν και η εγκατάσταση πρεσβυτέρων και διακόνων, και μάλιστα με χειροτονία(Τίτ. α' 5), με την οποία μεταδιδόταν το «χάρισμα» της ιεροσύνης(Β' Τιμ. α' 6. Πρβλ Α' Τιμ. ε' 22. Πράξ. κ' 28).
Αυτά δεν αποτελούν μεταγενέστερες απόψεις, αλλά Γραφική διδασκαλία, όπως την κήρυξε η πρωτoχριστιανική Εκκλησία, πού είναι στύλoς και εδραίωμα της αληθείας(Α' Τιμ. γ' 15).

ΟΚλήμης, επίσκοπος Ρώμης (†96), κάνει λόγο για «ιερείς» και «αρχιερείς» και συνδέει την πραγματικότητα της Εκκλησίας με την πραγματικότητα της αγίας Γραφής. «Και δώσω τούς αρχοντάς σου εν ειρήνη και τούς επισκόπους σου εν δικαιοσύνη» λέγει ο προφήτης(Ησ. ξ' 17 κατά τους Ο').
 Ο Κλήμης αναφέρεται στον στίχο αυτό και υπογραμμίζει τις ιδιαίτερες λειτουργίες «του αρχιερέως», των «ιερέων» και των «λευιτών», δηλαδή των διακόνων(Κλήμ., Α' Κορ. 40,5. 42,3-4. 44,1-4).
Ο άγιοςIγvάτιoς(†107) διακρίνει τούςτρειςβαθμούς της ιεροσύνης και υπογραμμίζει: «πάντες τω επισκόπω ακολουθείτε, ως Ιησούς Xριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις απoστόλoις τούς δε διακόνους εντρέπεσθε, ως Θεού εντολήν... εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, η υπό τον έπίσκοπον ούσα, η ω αν αυτός επιτρέψη»  «Ο λάθρα επισκόπου τι πράσσων τω διαβόλω δουλεύει»(Iγv., Σμυρν. VIII, 1.9).
Κατά την αντίληψη αυτή, έξω από τον επίσκοπο υπάρχουν μόνο συναθροίσεις αιρετικών. Ο άγιοςΠολύκαρπος(†156) αναφέρει πώς η διδασκαλία του Iγνατίoυ είναι διδασκαλία της Εκκλησίας του πρώτου αιώνος(Πολυκ., Έπισr. πρός Φιλ. 13).
ΟΗγήσιππος, πού έγραψε γύρω στο 180 μ.Χ. και διασώζει την απoστoλική παράδοση, δίνει την πληροφορία πώςη απoστoλική διαδοχή ήταν καθολικά παραδεκτή από την Εκκλησία(Ηγήσ., Απόσπ. 5, ΒΕΠ 5,85).
Το ίδιο υπογραμμίζει και οΕιρηναίος(†202), ο οποίος προσθέτει πώςπρέπει να υπακούμε στους ιερείς της Εκκλησίας γιατί είναι διάδοχοι των αποστόλων και ότι με τη διαδοχή του επισκοπικού αξιώματος έλαβαν και το «βέβαιο χάρισμα της αληθείας»(Ειρην., Κατά αίρ. Γ' 3,1. Δ' 26,2. Έλεγχος ψευδ. γv. Γ' 3,3).
ΟΙππόλυτος(†235), μαθητής του Ειρηναίου, γράφει πώς ουσιαστική βοήθεια για να αποφευχθεί η πλάνη των αιρέσεων είναι «το εν τη Εκκλησία παραδοθέν Άγιον Πνεύμα, ου τυχόντες πρότεροι οι απόστoλoι μετέδοσαν τοις ορθώς πεπιστευκόσιν' ων ημείς διάδοχοι τυγχάνοντες της τε αυτής χάριτος μετέχοντες αρχιερατείας τε και διδασκαλίας και φρουροί της Εκκλησίας λελογισμένοι ουκ οφθαλμώ νυστάζoμεν ουδέ λόγον ορθόν σιωπώμεν, αλλ' ουδέ πάση ψυχή και σώματι εργαζόμενοι κάμνομεν...»(Ιππολ., Έλεγχος, πρόλ., ΒΕΠ 5,199).
Με άλλα λόγια βλέπουμε πως η πρωτoχριστιανική Εκκλησία είχεπλήρη συνείδησητης ενότητας μεταξύ της αποστολικής διαδοχής και της αποστολικής διδαχής, δηλαδή της Ορθοδοξίας.
ΟΩριγένης(†253/254) υπογραμμίζει τηθεία προέλευση της ιεροσύνηςστην Εκκλησία και προσθέτει πώς «οι λειτουργοί και ιερείς πρέπει να αναδέχονται τα αμαρτήματα του λαού»(Ωριγ., Εις Λευϊτ. Υ, 3).
ΟΚυπριανός(†258) αναφέρει πως οι επίσκοποι είναι «εκπρόσωποι και διάδοχοι των αποστόλων» και σ' αυτούς αναφέρεται τώρα το «ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με»(Λουκ. ι' 16)˙ «όλα τα σχίσματα και οι αιρέσεις πού υπήρξαν και θα υπάρξουν, προέρχονται από το ότι ορισμένοι άνθρωποι περιφρονούν με θρασύτητα τον ένα επίσκοπο, ο οποίος προΐσταται της Εκκλησίας»(Κυπρ., Έπιστ. 66, 4-5).
Ο άγιοςΙωάννης ο Χρυσόστομοςεκφράζει την πίστη της Εκκλησίας της εποχής του με ακόμη σκληρότερη γλώσσα: «Μανία γάρ περιφανής υπεροράν της τοιαύτης αρχής, ης άνευ ούτε σωτηρίας ημίν ούτε των επηγγελμένων τυχείν εστίν αγαθών», δηλαδή είναι τρέλα να περιφρονεί κανείς την ιεροσύνη, γιατί χωρίς την ιεροσύνη ούτε σωτηρία μπορεί να επιτευχθεί, ούτε τα αγαθά πού υποσχέθηκε ο Θεός μπορούμε να επιτύχουμε(Χρυσ., Περί ιερωσ., λόγ. Γ' 5).
Κατά τονΓρηγόριο το Θεολόγοο Θεός εμπιστεύθηκε στους ιερείς «τα μυστήρια, τα οποία ανυψώνουν προς τον ουρανό και αποτελούν το μεγαλύτερο και πολυτιμότερο πράγμα από όλα όσα διαθέτομε»(Λόγ. Β 4, Απολογία περί της φυγής).
 Η Ορθόδοξη λοιπόν Εκκλησία από την εποχή των αποστόλων μέχρι σήμερα ερμηνεύει με τον ίδιο τρόπο τα σχετικά εδάφια της αγίας Γραφής και δέχεται την ιεροσύνη και την αποστολική διαδοχή.
Δεν μπορεί να συμμερισθεί την άποψη του προτεσταντισμού σ' αυτό το θέμα.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Read more:http://www.egolpion.net/ierosunh.el.aspx#ixzz2kRJ05F4q