Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ









Από πολλούς Προτεστάντες και άλλους κακοπροαίρετους υπάρχουν ένα πλήθος κακοδοξιών σχετικών με τη ζωή και την οικογένεια τής Παναγίας και του Κυρίου μας. Διατυπώθηκαν ερωτήματα για το αν: "Είχε η Παναγία άλλα παιδιά;" και "Τι ήταν αυτοί που γνωρίζουμε ως αδελφούς του Χριστού";



Οι Προτεσταντικές κακοδοξίες



Ο κύριος λόγος που οι Προτεστάντες υποστηρίζουν ότι ο Χριστός έχει αδέλφια, είναι επειδή η Αγία Γραφή δεν δίνει πολλές πληροφορίες για το ζήτημα αυτό. Και επειδή ο Προτεσταντισμός απέρριψε το μεγαλύτερο μέρος των Αποστολικών παραδόσεων, κρατώντας μόνο την Αγία Γραφή (και όχι όλη), βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση, να πρέπει να βρει άκρη από ελλιπείς πληροφορίες για διάφορα θέματα. Και από τη στιγμή που διακατέχεται από εκκλησιαστική αμάθεια, ήταν φυσικό να οδηγηθεί σε κακοδοξίες και αυθαιρεσίες, παρερμηνεύοντας ακόμα και το τμήμα τής Αγίας Γραφής που κράτησε.

Και μόνο η παράδοση της διαχρονικής Εκκλησίας για κάτι, είναι απόδειξη. Δεν είναι απαραίτητο να το γράφει η Αγία Γραφή. Επειδή όμως ο Κύριος προέβλεψε ότι κάποτε θα βρίσκονταν κάποιοι που θα χρειάζονταν αποδείξεις μόνο από την Αγία Γραφή για να δεχθούν την αλήθεια, φρόντισε για χάρη τους να γραφούν κάποια πράγματα και στην Αγία Γραφή.







Η Ορθόδοξη επιχειρηματολογία



Θα αναλύσουμε μερικά εδάφια που χρησιμοποιούν για τους ισχυρισμούς τους, και στο τέλος θα αναφέρουμε μερικά ιστορικά στοιχεία, που θα βάλουν τα πράγματα στη θέση τους.



ΜΑΤΘΑΙΟΣ 1,18 "Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν η συνελθείν αυτούς, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου".



Το ότι βρέθηκε έγκυος πριν «συνέλθουν» σε σεξουαλική πράξη, δεν σημαίνει ότι μετά «συνήλθαν». Υπάρχει κάπου που να λέει ότι μετά «συνήλθαν»; Εδώ το σημείο που τονίζεται, είναι το ότι ο Χριστός δεν ήταν γιος του Ιωσήφ, και ότι η Μαρία ήταν παρθένος! Δεν υπονοείται τίποτα περισσότερο. Το ίδιο συμβαίνει και με το παρακάτω εδάφιο.



ΜΑΤΘΑΙΟΣ 1,25 "και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν".



«Και ουκ εγίνωσκεν αυτήν (εννοεί ότι δεν είχαν σεξουαλική σχέση, καθώς «γινώσκω» σημαίνει και «ενώνομαι» στην Αγία Γραφή), έως ού έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Και εδώ επίσης, το σημείο που τονίζει ο Ευαγγελιστής είναι ότι ο Χριστός δεν ήταν γιος του Ιωσήφ. Δεν λέει τίποτα για τη σχέση τους μετά. Παρ' όλα αυτά οι Προτεστάντες υποθέτουν ότι τα δύο προηγούμενα χωρία, γράφουν κάτι περισσότερο. Υποθέτουν ότι οι φράσεις: "πριν η εισελθείν αυτούς" και "έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον", υπονοούν ότι μετά είχε συζυγικές σχέσεις η Παναγία με τον Ιωσήφ. Το ότι θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει κάτι, δεν σημαίνει ότι το συμπέρασμα αυτό είναι σωστό.



«Γιατί λέει πρωτότοκον; Υπήρχαν και άλλα παιδιά μετά;» Είναι η ίδια λογική με το «έως ού». Προσπαθούν να κάνουν την Αγία Γραφή να πει κάτι που δεν λέει. Υποθέτουν χωρίς αποδείξεις. Όμως, ένα άλλο εδάφιο για τον Ιησού Χριστό λέει: «ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως». Δηλαδή, επειδή ο Κύριος αναφέρεται ως «πρωτότοκος» του Θεού, σημαίνει ότι ο Θεός έχει και άλλους Υιούς εκτός του Χριστού; Δεν είναι αυτός ο «Υιός του ο Μονογενής»;



ΜΑΤΘΑΙΟΣ 13,55-56, ΜΑΡΚΟΣ 6,3. ΛΟΥΚΑΣ 8,19). "Ουχ ούτός εστίν ο του τέκτονος υιός, ουχί η μήτηρ αυτού λέγεται Μαρία και οι αδελφοί αυτού Ιάκωβος και Ιωσής και Σίμων και Ιούδας, και αι αδελφαί αυτού ουχί πάσαι προς ημάς εισι; "



Το εδάφιο αυτό χρησιμοποιούν οι Προτεστάντες, για να πουν ότι η Παναγία είχε άλλα παιδιά.

Η απάντηση όμως εδώ, είναι απλή. Και σήμερα ακόμα, λέμε «αδέλφια» τα ετεροθαλή αδέλφια. Το ότι όλοι νόμιζαν τον Ιησού ως γιο του Ιωσήφ, δεν σημαίνει ότι ο Ιωσήφ ήταν πραγματικός του πατέρας! Το ίδιο συμβαίνει και με τα αδέλφια του. Στην Αγία Γραφή, «αδέλφια» λέγονται και οι μακρυνότεροι συγγενείς, και όχι μόνο τα παιδιά των ιδίων γονιών. Δέστε ένα παράδειγμα από τον Αβραάμ και το Λωτ. Ο Αβραάμ ήταν θείος του Λωτ, όμως η Αγία Γραφή τους λέει: «αδέλφια». Βρίσκεται στο εδάφιο: Γένεσις 13,8. Εκεί λέει ο Αβραάμ στο Λωτ: «…άνθρωποι αδελφοί ημείς εσμέν». Άλλο παράδειγμα, από πολλά που θα μπορούσαμε να πούμε: «Είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ, ότι γαρ αδελφός μου εί, ου δουλεύεις μοι δωρεάν». Ο Λάβαν ήταν πεθερός του Ιακώβ και όχι αδελφός του με τη σημερινή έννοια!



ΛΟΥΚΑΣ 2,48. Η Παναγία, λέει στον Ιησού για τον Ιωσήφ: «Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζητούμέν σε».



Δηλαδή επειδή η Μαρία ονομάζει τον Ιωσήφ «πατέρα» του Ιησού, σημαίνει ότι ήταν πράγματι πατέρας του; Ή δεν το γνώριζε εκείνη ότι δεν ήταν πατέρας του; Το ίδιο συμβαίνει και με τα «αδέλφια» του Ιησού. Ήταν παιδιά του Ιωσήφ από άλλο γάμο.







Οι συγγένειες του Ιωσήφ



Ας δούμε λίγα στοιχεία για τις συγγένειες τού Ιωσήφ:

Ιάκωβος πατέρας του Ιωσήφ

Κλωπάς, αδελφός του Ιωσήφ

Ιωσήφ, μνηστήρας της Μαρίας.

Ιάκωβος, Ιωσής, Ιούδας, Σίμων, Εσθήρ, Μάρθα, Σαλώμη, μερικοί απ' αυτούς, ήταν παιδιά του ηλικιωμένου Ιωσήφ, από προηγούμενο γάμο.



Μάλιστα, κάποιοι απ’ αυτούς, ήταν παιδιά της Μαρίας του Κλωπά, (Ιωάννης 9,25), η οποία ήταν γυναίκα του αδελφού του Ιωσήφ, του Κλωπά. Αυτή η Μαρία, αναφέρεται στην Αγία Γραφή ως: «Μαρία η του Ιακώβου» (Μάρκος 16,1), και «Μαρία η του Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ» (Μάρκος 15,40, Ματθαίος 27,56). Επίσης αναφέρεται «Η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά» (Ιωάννης 19,25).

Σύμφωνα με το παραπάνω εδάφιο, η Μαρία του Κλωπά είναι «σύννυμφος» της Θεοτόκου, καθώς είναι γυναίκα του αδελφού του Ιωσήφ. Έτσι, και τα παιδιά της σύμφωνα με τον Εβραϊκό ιδιωματισμό που είδαμε και πριν, θεωρούνται ως «αδελφοί» του Ιησού, όπως κι εκείνη ως «αδελφή της μητρός αυτού».

Υπάρχει μαρτυρία του Ηγήσιππου, ότι ο Ιούδας και ο Σίμων (Συμεών δεύτερος επίσκοπος Ιεροσολύμων μετά τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο), ήταν παιδιά του Κλωπά, αδελφού του Ιωσήφ και θείου του Ιησού. (Ευσεβίου Εκκλησιαστική Ιστορία βιβλίο Γ΄ κεφ. 32. 1-6).







Άλλα επιχειρήματα



Οι Προτεστάντες εμμένοντας στην ασεβή αιρετική τους γνώμη, έχουν κατασκευάσει και κάποια επιπλέον επιχειρήματα, προκειμένου να αποδυναμώσουν τα ανωτέρω.

Κατ' αρχήν ισχυρίζονται ότι οι πληροφορίες περί του Ιωσήφ ως πατρός των αδελφών του Ιησού από προηγούμενο γάμο του, και η γεροντική ηλικία του, είναι παρμένες από απόκρυφα βιβλία, που είναι αναξιόπιστα. Όμως το ότι κάποιες πληροφορίες είναι όμοιες στα απόκρυφα και στην πραγματική Χριστιανική παράδοση, δεν σημαίνει ότι οι Χριστιανοί τα πήραν από τα απόκρυφα, ούτε ότι όλα όσα γράφει ένα απόκρυφο είναι ψευδή. Σημαίνει απλώς ότι και το απόκρυφο, όπως και η λοιπή Χριστιανική παράδοση, διαφύλαξαν κάποιες κοινές αλήθειες! Στα απόκρυφα βρίσκουμε πολλά πράγματα που υπάρχουν και στη Χριστιανική πίστη. Και δεν είναι λογικό να αφαιρούμε από τη Χριστιανική πίστη, όλα όσα βρίσκουμε να υπάρχουν και στα απόκρυφα!



Για τον Ιωσήφ ισχυρίζονται ότι επειδή κατά την Ορθόδοξη άποψη ήταν γέρος 70 ετών, δεν ήταν δυνατόν να κάνει το ταξίδι αυτό από τη Ναζαρέτ προς τη Βηθλεέμ, όπου γεννήθηκε ο Κύριος για την απογραφή, και μετά από 2 χρόνια προς την Αίγυπτο, αλλά πρέπει ο Ιωσήφ να ήταν νέος για το ταξίδι αυτό. Ξεχνούν όμως, ότι ο Μωυσής κατά την Αγία Γραφή ήταν 80 ετών, όταν οδήγησε τον λαό Ισραήλ από την Αίγυπτο στην έρημο! Για να μην αναφέρουμε παρόμοιες καταστάσεις για τον Αβραάμ, για τον Ιακώβ, και άλλους Πατριάρχες. Πρέπει να απορρίψουμε μήπως όλες αυτές τις διηγήσεις της Αγίας Γραφής ως ψευδείς;



Άλλο επιχείρημά τους, είναι ότι κατά το ταξίδι της απογραφής προς τη Βηθλεέμ, δεν εμφανίζονται να είναι μαζί με την Παναγία και τον Ιωσήφ τα άλλα παιδιά του, από τον προηγούμενο γάμο του, συνεπώς, δεν πρέπει να είχε τέτοια παιδιά. Και πάλι όμως, αυτό τους το επιχείρημα αντιφάσκει με το προηγούμενο, ότι ο Ιωσήφ ήταν γέρος! Γιατί σε αυτή την ηλικία, ο Ιωσήφ τα δικά του παιδιά τα είχε ήδη μεγαλώσει, και είχαν πλέον τις δικές τους οικογένειες! Γι' αυτό και δεν τα κουβαλούσε μαζί του.







Τι λέει η Αγία Γραφή;



Αναφέρει η Αγία Γραφή ότι η Παναγία δεν είχε άλλα παιδιά; Και βέβαια το αναφέρει!



Στην προφητεία που υπάρχει στο Ιεζεκιήλ 44,1-2, γράφει προφητικά για την Παναγία: «και επέστρεψέ με κατά την οδόν της πύλης των αγίων της εξωτέρας της βλεπούσης κατά ανατολάς, και αύτη ήν κεκλεισμένη. Και είπε Κύριος προς με: Η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς μη διέλθη δι’ αυτής, ότι Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη». Ρωτάμε λοιπόν: Από ποια πύλη ήρθε στον κόσμο ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ ο Ιησούς Χριστός, και αυτή η πύλη παρέμεινε κεκλεισμένη, και κανείς άλλος δεν πέρασε απ’ αυτήν; Δεν ήταν η μήτρα τής Παναγίας;



Επίσης, Στις Παροιμίες 4,3, λέει για τον Ιησού προφητικά: «διότι εστάθην υιός του Πατρός μου, και μονογενής ενώπιον της μητρός μου». Κι εδώ λοιπόν η μητέρα του Κυρίου φαίνεται ότι δεν είχε άλλα παιδιά! Και δεν είναι λόγια του Σολομώντα για τον εαυτό του αυτά, καθώς εδώ μιλάει ο Χριστός, η ενυπόστατη Σοφία του Θεού. Και ακόμη ο Σολομών δεν ήταν μονογενής της μητρός του, καθώς η μητέρα του η Βηθσαβεέ, είχε τέσσερα παιδιά! (Α΄ Παραλ. 3,5). Επομένως μιλάει σαφώς για τον Χριστό.



Κατά συνέπεια τα βασικά επιχειρήματα των κακοπροαίρετων είναι ανυπόστατα.

Η ΚΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ





Η ΚΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Η φράση αποτυπώνεται σε χωρίο της Προς Φιλιππησίους επιστολής (2,6-10) του Αποστόλου Παύλου.

"[Ο Ιησούς Χριστός] εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ' εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. Δι' ο και ο Θεός αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα".



"[ο Ιησούς Χριστός] αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου και έγινε άνθρωπος· και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Γι' αυτό και ο Θεός τον ανέβασε πολύ ψηλά και του χάρισε το όνομα που είναι πάνω απ' όλα τα ονόματα".



Ο Ιησούς Χριστός κατά την Ενανθρώπησή Του αν και είχε όλα τα γνωρίσματα της θεότητος, δεν θεώρησε ωστόσο αρπαγμό το να είναι ομότιμος με τον Πατέρα, δεν θεώρησε δηλαδή τη θεϊκή ιδιότητα ένα λάφυρο ή προνόμιο που πρέπει αδιάκοπα να απολαμβάνει. Γι' αυτό εκένωσε, δηλαδή άδειασε τον εαυτό του από όλα τα θεϊκά γνωρίσματα, απεκδύθηκε τη θεότητα, αποξενώθηκε τον θεϊκό χαρακτήρα του, και έλαβε μορφή δούλου. Ο Δημιουργός του κόσμου γεννιέται ως άνθρωπος στη Βηθλεέμ και μάλιστα ταπεινός, σε μια φάτνη.



Αυτή η κένωση του Χριστού φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τον εαυτό του που θυσιάστηκε για να σώσει την ανθρωπότητα. Ταπεινώθηκε τόσο ώστε πέθανε διά σταυρού και μάλιστα ανάμεσα σε δύο κακούργους.



Επειδή ακριβώς ο Υϊός Λόγος εκένωσε και ταπείνωσε τον εαυτό του, ο Θεός τον υπερύψωσε (τον ανάστησε) και του χάρισε το όνομα, το υπέρ παν όνομα: Κύριος. "Εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού πατρός", συνεχίζει ο απόστολος Παύλος στην ίδια επιστολή, ευθύς μετά το σημείο όπου τελειώνει το αρχικό παράθεμά μας. Ο Χριστός είναι ο Κύριος των πάντων, είναι ο Βασιλεύς του κόσμου με θρόνο τον Σταυρό.



Ωστόσο η κενωτική κίνηση ορίζει για όλους μας, και τον τρόπο της αγάπης. H αγάπη είναι κενωτική και το τέλειο παράδειγμα μίμησής είναι η κένωση του Χριστού. Με άλλα λόγια, η αγάπη είναι θυσία. Δεν σημαίνει να πάρεις από τον άλλο, αλλά να δώσεις και να προσφέρεις το καλύτερο από τον εαυτό σου. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος μιλάει για την κένωση του Χριστού καλώντας ακριβώς τους Χριστιανούς των Φιλίππων να αποκτήσουν το κενωτικό φρόνημα του Χριστού:

"μηδέν κατά ερίθειαν ή κενοδοξίαν, αλλά τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών". (2, 3).

"Μην κάνετε τίποτε από ανταγωνισμό ή από ματαιοδοξία, αλλά με ταπεινοφροσύνη ας θεωρεί ο καθένας ανώτερό του τον άλλο".

Ο ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ




Eισαγωγικά





Ο Υιός Λόγος ως Άγγελος

Σε όλες τις εμφανίσεις του Θεού στην Π. Διαθήκη έχουμε την παρουσία του β΄ προσώπου της αγίας Τριάδας, του άσαρκου Λόγου, ο οποίος κατά τον Ιωάννη: «Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» (1. 2-3). Δημιουργήθηκε εξ αρχής από τον Πατέρα και οτιδήποτε συνέβη, έγινε από αυτόν και χωρίς αυτόν δεν έχει συμβεί τίποτε από όσα συνέβησαν. Επομένως και όλες οι θεοφάνειες, που συνέβησαν στην Π.Δ. έγιναν από τον άσαρκο Λόγο.



Οπότε, οι Προφήτες στην Π.Δ. έβλεπαν το δεύτερο πρόσωπο της αγίας Τριάδας, που αποκαλείται ως, «ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος», δηλ. έβλεπαν τον άσαρκο Λόγο, αφού όλες οι θεοφάνειες του Θεού στην Π.Δ. ήταν αποκάλυψη του Λόγου ασάρκως.



Η αγία Γραφή στα χέρια ενός θεόπνευστου, ο οποίος έχει κατάσταση φωτισμού ή θεώσεως είναι θεόπνευστη, στα χέρια όμως ενός κομπογιαννίτη θεολόγου δεν είναι τίποτα. Κάθεται εκεί με την φαντασία του και προσπαθεί να φαντασθεί τι λέγει η αγία Γραφή. Διαβάζει, ότι ο Μωυσής είδε στην καιόμενη βάτο τον άγγελο, τον άγγελο του Κυρίου, που του είπε «εγώ ειμί ο ων», «εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ, ο Θεός Ισαάκ» κ.λπ. και λέει: Έ, αυτά είναι μυθιστορήματα, και το περνάει έτσι και δεν δίδει καμμία σημασία. Αν δούμε, όμως, στις εικόνες έχουμε «ο Ων», αυτό σημαίνει ότι είναι ο άσαρκος Λόγος εκείνος ο οποίος ενεφανίσθη στον Μωυσή και σε όλους τους Προφήτες της Π.Δ.

Αυτό που συμβαίνει στον κομπογιαννίτη θεολόγο, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τους σπουδαγμένους δυτικούς θεολόγους, οι οποίοι είναι άμοιροι φωτισμού ή θεώσεως. Και αυτοί δεν παραδέχονται την παρουσία του Θεού Λόγου ασάρκως, αλλά θεωρούν ότι στις θεοφάνειες της Π.Δ. έχουμε την εμφάνιση του ίδιου του Θεού Πατέρα. Ακόμη και στη σκηνή της βάπτισης του Χριστού δεν μπορούν να κατανοήσουν, ότι η φωνή εξ Ουρανού, που λέγει: «ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Μτ. 3. 17) είναι του άσαρκου Λόγου. Ο Θεός Πατέρας, ούτε οράται, ούτε ακούγεται, ούτε μιλάει, ούτε εμφανίζεται. Είναι πάντοτε κρυμμένος. Όλα γίνονται στην Π.Δ. δια του άσαρκου Λόγου, του Θεού – Υιού.

 

Ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος

Σε όλες τις θεοφάνειες είναι ο Χριστός που εμφανίζεται στους Προφήτες



Ο άσαρκος Λόγος στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλυπτόταν ως Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ως Άγγελος της Δόξης. Συγχρόνως, στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε εμφανίσεις διαφόρων αγγέλων. Έτσι γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ Αγγέλου της δόξης, που είναι ο άκτιστος Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, και των κτιστών αγγέλων, που είναι δημιουργήματα του Θεού. Αυτό είναι ευδιάκριτο κατά την εμπειρία της αποκαλύψεως. Ο Άγγελος της δόξης είναι ο Λόγος, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που είναι εικών του Πατρός και έχει την ίδια δόξα, το ίδιο φως με τον Πατέρα και βέβαια και με το Άγιον Πνεύμα.



Βασικό κομβικό σημείο για την κατανόηση και ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης είναι το θέμα του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου. Ποιος ήταν αυτός ο Άγγελος Κυρίου; Ήταν κτιστός ή άκτιστος; Συνδέεται αυτός ο Άγγελος Κυρίου με την Σοφία του Σολομώντος;

«Υπάρχουν δύο πράγματα: Πώς γράφηκε η Παλαιά Διαθήκη και πώς ερμηνεύεται. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το πως γράφεται και πως ερμηνεύεται είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η Παλαιά Διαθήκη ερμηνεύεται με βάση την Καινή Διαθήκη· έτσι ερμηνεύεται η Παλαιά Διαθήκη. Διότι ο Απόστολος Παύλος τι εννοεί «η δε (ακολουθούσα) πέτρα ην ο Χριστός;» (A’ Κορινθίους 10. 4) Ποιος ήταν αυτή η ακολουθούσα πέτρα δηλαδή; Ήταν ο Χριστός.



Επομένως, όταν ο Χριστός ο ίδιος εμφανίζεται από τον Ιωάννη και λέει: «περί εμού εκείνος (Μωυσής) έγραψεν» (Ιωάννης ε΄ 46) κλπ., υπό ποιαν μορφήν έγραψε; Έγραψε για ποιόν; Για τον Άγγελο του Κυρίου. Εκείνος ο Άγγελος που εμφανίζεται παντού στην Πεντάτευχο κατά την πατερική παράδοση, είναι ο Χριστός. Και για τον Απόστολο Παύλο, ο Χριστός δεν είναι; Ποιος είναι εκείνος που εμφανίζεται; Και το κλειδί πού είναι; Είναι η Σοφία Σολομώντος. Αν πάρεις την Σοφία Σολομώντος και πάρεις όλες τις περιπτώσεις που μιλάει για την Σοφία, θα δεις ποιος είναι η Σοφία. Είναι ο Άγγελος του Κυρίου, διότι περιγράφει όλο το έργο της Σοφίας και είναι παράλληλο με την Πεντάτευχο. Διάβασε τα δύο κείμενα παράλληλα και θα δεις, ότι η Σοφία Σολομώντος δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να περιγράφει, τι έκανε ο Χριστός στην Πεντάτευχο. Αυτό κάνει, δηλαδή. Είναι φανερό αυτό το πράγμα, ολοφάνερο.



Μετά, αν διαβάσεις τον Φίλωνα τον Ιουδαίο, ερμηνείες δικές του, δηλαδή, του Φίλωνα, βλέπεις ότι δεν είναι εφεύρεση πατερική αυτός ο τρόπος ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης, αφού υπήρχε ολόκληρη παράδοση Εβραϊκή που ερμήνευε την Παλαιά Διαθήκη κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και οι δικοί μας τους περνάνε για φιλοσόφους όλους αυτούς, και τον Φίλωνα και τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή. Ό,τι θέλεις λένε».



Αυτό φαίνεται έντονα στην υμνογραφία της Εκκλησίας και στην όλη παράδοσή της.



«Σε όλες τις θεοφάνειες είναι ο Χριστός που εμφανίζεται στους Προφήτες. Σε όλες τις θεοφάνειες. Ο Χριστός στην Παλαιά Διαθήκη είναι ο Άγγελος Κυρίου, ο Κύριος της δόξης, ο Γιαχβέ, Κύριος Σαβαώθ, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος κ.ο.κ.



Αν θέλετε να δείτε την πατερική ερμηνεία περί αυτών των θεμάτων, θα πάρετε την υμνολογία της Εκκλησίας και θα δείτε, ότι είναι γεμάτη από την πατερική αντίληψη περί Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη. Αυτό είναι το κλειδί της Παλαιάς Διαθήκης εξ επόψεως Ορθοδόξου θεολογίας. Και είναι μια ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, που δεν λείπει από την Εβραϊκή παράδοση. Αρκεί να πάρουμε τον Φίλωνα τον Ιουδαίο. Ο Φίλων παραδέχεται ότι ο Θεός υπάρχει, η Σοφία του Θεού, που είναι ο Λόγος, οι ενέργειες του Θεού, που είναι άκτιστες και ότι στην καιομένη βάτο είναι η Σοφία του Θεού και όχι ο ίδιος ο Θεός ο οποίος εμφανίζεται.



Ένα κλειδί της Παλαιάς Διαθήκης είναι η Σοφία Σολομώντος. Αν πάρετε την ερμηνεία της Πεντατεύχου που γίνεται στην Σοφία Σολομώντος, θα δείτε εκεί όλη την πατερική ερμηνεία περί Παλαιάς Διαθήκης. Διότι, όπου στην Πεντάτευχο υπάρχει ο Κύριος της δόξης, ο Άγγελος Κυρίου, στην Σοφία Σολομώντος λέγεται Σοφία του Θεού. Είναι σαφές, δηλαδή, ποια είναι η Σοφία του Θεού. Είναι αυτός ο Λόγος του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, ο Χριστός κ.ο.κ.



Ο Χριστός εμφανίζεται στους Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη και οι Προφήτες είδαν τον Χριστό, Άκτιστον στην Παλαιά Διαθήκη, όχι κτιστόν. Δεν υπάρχει κτιστός Χριστός στην Παλαιά Διαθήκη, ακόμη. Είναι άκτιστος ο Χριστός στην Παλαιά Διαθήκη. Είναι αυτός ο Άγγελος που εμφανίζεται στους Προφήτες».



Βέβαια, στην Παλαιά Διαθήκη οι Προφήτες έβλεπαν τον «Μεγάλης Βουλής Άγγελον», τον «Άγγελον της Δόξης», τον άσαρκο Λόγο, την Σοφία του Θεού, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, προ της ενσαρκώσεως. Αλλά δεν τον εικόνιζαν, διότι δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ο εικονισμός του Χριστού γίνεται μετά την ενσάρκωση.



«Προ της ενσαρκώσεως, στην Παλαιά Διαθήκη ούτε ο Άγγελος εικονίζεται, διότι είναι άκτιστος. Και αφού δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ άκτιστου και κτιστού, που είναι δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της εβραϊκής παραδόσεως, το Άκτιστον δεν εικονίζεται. Αλλά αρχίζει να εικονίζεται πλέον ως άνθρωπος μόνο στην ενσάρκωση.



Στην Παλαιά Διαθήκη, αν και η εμπειρία της Θεώσεως υπερβαίνει όλα τα νοήματα και τα ρήματα, παρά ταύτα απαγορεύεται να εικονίζεται ο Θεός».



Ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο άσαρκος Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.



«Όταν διαβάσει κανείς την Παλαιά Διαθήκη και βλέπει εκεί την καιομένη βάτο, είναι ο Άγγελος του Κυρίου. Αυτός είναι ο Χριστός, αλλά δεν μπορεί να ταυτίσει τον Άγγελο στην καιομένη βάτο με την υπόσταση του Λόγου του Θεού. Διότι, βλέποντας ο Μωυσής και ακούοντας τον Άγγελο Κυρίου, ακούει τον Θεό τον ίδιο. Έχουμε και άλλες περιπτώσεις στην Παλαιά Διαθήκη που εμφανίζεται ο Χριστός.



Είναι σαφεστάτη η Παλαιά Διαθήκη για την διάκριση των Προσώπων του Πατρός και του Λόγου. Δεν μπορεί να ταυτισθεί ο Άγγελος Κυρίου με τον Θεό τον ίδιο. Γιατί Άγγελος σημαίνει απεσταλμένος. Και αυτός ο Άγγελος λέγεται Θεός. Είναι άκτιστος αυτός ο Άγγελος».



Στην διδασκαλία των Αγίων Πατέρων φαίνεται ότι γίνεται συνεχής λόγος για τον Άγγελο της δόξης, διότι δι’ Αυτού οι Προφήτες γνώρισαν την Αγία Τριάδα.



«Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι ότι, όταν οι Πατέρες κάνουν ερμηνευτική της Παλαιάς Διαθήκης και μιλάνε για τον Άγγελο της δόξης, τον Άγγελο Κυρίου κλπ., γιατί μιλάνε; Για τους Πατέρες, αυτή είναι η διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη. Μιλώντας για τον Άγγελο Κυρίου, για τις θεοφάνειες του Αγγέλου της δόξης, για την εμπειρία της Θεώσεως στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη, γιατί μιλάνε; Μιλάνε για την Αγία Τριάδα.



Αυτή είναι η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος. Δεν ήταν ανάγκη να μιλάνε για μία ουσία και τρεις υποστάσεις, ούτε για το ομοούσιο. Δεν τους απασχολούσαν αυτά τα θέματα. Εκείνο που τους απασχολούσε, είναι ότι εφ’ όσον ο Άγγελος αυτός είναι εικών του αοράτου Θεού, ο Θεός κτιστή εικόνα δεν μπορεί να έχει, γι’ αυτό και απαγορεύεται να ζωγραφίζεται ο Θεός. Δεν μπορεί να έχει ο άκτιστος Θεός εικόνα. Και αυτή είναι διδασκαλία και της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό δεν εικονογραφείται ο Πατέρας. Εικονίζουμε τον Χριστό που είναι εικών του Πατρός και σαρκώθηκε».



Ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος της Παλαιάς Διαθήκης λοιπόν είναι ο Χριστός.



«Ο Άγγελος της δόξης, ο Κύριος της δόξης εμφανιζόμενος στον Ισραήλ διαμέσου των Προφητών, εν τη δόξη Αυτού, άκτιστος νεφέλη, πυρ, γνόφος, καπνός και αστραπή, που οδηγούσε τον λαό Του, κατέστρεφε τους εχθρούς του, κατοικούσε στην σκηνή και στον Ναό και έτσι, επικοινωνώντας άμεσα με μέσα της δικής Του φυσικής και άκτιστης δόξας, δεν είναι μόνο σύμβολα της μελλοντικής κοινωνίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου μέσα στον Χριστό και την Εκκλησία, αλλά είναι ήδη μια αληθινή κοινωνία μεταξύ του άσαρκου Λόγου και του λαού Του, του Ισραήλ.



Ο Άγγελος ή Κύριος της δόξης του Ισραήλ είναι ακριβώς ο ίδιος ο Χριστός· και η παλαιοδιαθηκική δόξα Του, θρόνος της θεότητος, νεφέλη και γνόφος, Φως, με το οποίο περιβάλλεται και φαίνεται σ’ εκείνους μέσα σ’ αυτό το άκτιστο Άγιον των Αγίων, είναι η φυσική ενέργεια, με την οποίαν αποκαλύπτει τον Εαυτό Του, μέσα και διαμέσου της ανθρώπινης φύσης Του, την οποίαν πήρε από την Παρθένο Μαρία.



Πηγή: «π. Ι. Ρωμανίδη: Εμπειρική Δογματική» Τόμος Β΄.



Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΥΪΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ




Εισαγωγή



Έπρεπε να έρθει ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός για να μας αποκαλύψει ολόκληρη την αγάπη του Θεού Πατέρα. Μας φανέρωσε ότι πήρε τη φύση μας και μας δίνει τη δική του, γινόμαστε αδελφοί του, και επομένως ο Πατέρας του είναι και Πατέρας μας. Μας δίδαξε ότι στο όνομά του μπορούμε να διαλεγόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Θεό Πατέρα, και με το Πνεύμα που μας επισκέπτεται μπορούμε να αισθανόμαστε τη γνήσια και θερμή πατρική συγγένεια με τον Θεό σε μοναδικό προσωπικό επίπεδο.







Αιρετικές ερμηνείες



Η θεότητα του Ιησού Χριστού και η ισότητα του Υιού προς τον Πατέρα κηρύσσεται μέσα στην Καινή Διαθήκη και αποτελεί δόγμα της Εκκλησίας αναντίρρητο. Επομένως δεν υπάρχει καμία πρόθεση ή διάθεση μέσα στην πατερική παράδοση να εννοηθεί μείωση του Υιού προς τον Πατέρα. Μόνο αιρετικοί και αιρετίζοντες διατύπωσαν αντίθετες προτάσεις. Οι αιρετικές ερμηνείες διακρίνονται σε δύο θεωρίες, στη θεωρία της υποταγής του Υιού στον Πατέρα ως κατωτέρου και στη θεωρία της άρνησης της θεότητος του Υιού.

Η θεωρία της υποταγής εμφανίσθηκε πρώτη κατά το τέλος του β' αιώνα και υποστηρίχθηκε από τον Ωριγένη και τον Ευσέβιο Καισαρείας στην Ανατολή, και από τον Τερτυλλιανό και τον Νοβατιανό στη Δύση. Σύμφωνα μ' αυτούς ο Υιός είναι υποδεέστερος από τον Πατέρα, ανώτερος όμως κατά πολύ από όλα τα κτίσματα. Η αντίληψη αυτή ευοδώθηκε στους μεν δυτικούς από επίδραση της θύραθεν φιλοσοφίας, που ευνοεί τη γενεαλογία και την ιεράρχηση των θεοτήτων, στον δε Ωριγένη και Ευσέβιο υπαγορεύθηκε από το σύστημα του Ιουδαίου Φίλωνος, ο οποίος δέχεται ως μεσίτη Θεού και λογικών όντων μία ενδιάμεση ύπαρξη, έναν κατώτερο θεό, τον Λόγο. Τη θεωρία της υποταγής επαναλαμβάνουν στα νεότερα χρόνια πολλοί ετερόδοξοι κυρίως Προτεστάντες.

Η θεωρία της άρνησης της θεότητος του Χριστού είναι η θεωρία του Αρείου και των συνεχιστών του. Αποτελεί προέκταση της θεωρίας της υποταγής και προήλθε από τις θεωρίες του Φίλωνα, του Ωριγένη και της Αλεξανδρινής Σχολής. Συνδετικός κρίκος μεταξύ ωριγενισμού και αρειανισμού θεωρείται ο Ευσέβιος Καισαρείας. Σύμφωνα με τον Άρειο ο Υιός είναι ανώτερος απ’ όλους, αλλά είναι αποκύημα του Πατέρα και οφείλει την ύπαρξή του σ' αυτόν, τον οποίο μάλιστα ως Θεό ο Υιός δεν γνωρίζει κατά την ουσία.
Ο Ευνόμιος στη συνέχεια υποστηρίζει ότι ο Υιός δεν είναι ίσος με τον Πατέρα αφού γεννιέται απ' αυτόν, υπονοώντας μία χρονική αρχή γέννησης. Κατά τη γνώμη του σύγκριση γίνεται μόνο μεταξύ ανόμοιων πραγμάτων εφ' όσον ο Χριστός συγκρίνεται με τον Πατέρα και τον αποκαλεί «μείζονα», συνεπάγεται ότι δεν είναι ομοούσιος με εκείνον.
Τέλος, ο Απολλινάριος δέχεται μέσα στην αγία Τριάδα τρεις ουσίες, τη μία ανώτερη από την άλλη το μέγα, το μείζον, το μέγιστον, όπου μέγιστον ο Πατέρας, μειζον ο Υιός, κατώτερος από τον Πατέρα, και μέγα το άγιο Πνεύμα κατώτερο από τ' άλλα δύο.

Τις αιρετικές αυτές απόψεις απέρριψε και κατέρριψε η Εκκλησία με πλήθος επιχειρημάτων, λογικών και θεολογικών, τα οποία ανέπτυξαν οι πατέρες σε συγγράμματα και ομιλίες τους και κατοχύρωσαν οι οικουμενικές σύνοδοι με όρους και δόγματα.







Κακόδοξες ερμηνείες



Παρουσιάσθηκαν εν τούτοις, και ορισμένες ερμηνείες, οι οποίες, αν και δεν χαρακτηρίζονται αιρετικές, διότι δεν είχαν την πρόθεση της αίρεσης, είναι όμως κακόδοξες, διότι ευνοούν την αίρεση. Οι ερμηνείες αυτές είναι η ερμηνεία της κένωσης, η ερμηνεία της κατ' επίνοιαν διαίρεσης και η ερμηνεία του κοινού προσώπου.

Ερμηνεία της κενώσεως ονομάζεται η άποψη ότι ο Υιός υπέστη μείωση της θείας ουσίας του και ελαττώθηκε ως προς τον Πατέρα με το γεγονός της κένωσης, κατά το ότι υπέμεινε τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης, όταν ενανθρώπισε, ενώ ο Πατέρας έμεινε πάντα ο ίδιος. Η μείωση αυτή της ισότητος θεωρείται ότι ίσχυσε μόνο από τον καιρό της συλλήψεως μέχρι της αναλήψεως, οπότε ο Υιός αποκαταστάθηκε πάλι στο πρώτο του ύψος. Σ' εκείνο ακριβώς το διάστημα αναφέρεται και ο λόγος του Κυρίου ότι «ο Πατήρ μου μείζων μου εστί».
Την ερμηνεία αυτή εισηγήθηκαν λίγοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς όπως ο Ιλάριος Πικταβίου, ο Δίδυμος Αλεξανδρέας, ο Φοιβάδιος και ο Προκόπιος Γαζαίος. Την απαρίθμησε ως ξεχωριστή ερμηνεία, την ερμηνεία του ανθρωπίνου, πρώτος ο Φώτιος. Η κένωση που ανέχθηκε ο Χριστός κατά την ενανθρώπηση δεν σημαίνει μείωση της θείας φύσης του, όπως εννοούν οι εν λόγω ερμηνευτές, αλλά έγκειται μόνο στο ότι καταδέχθηκε να αναλάβει την ανθρώπινη φύση που ήταν ανάξια της θείας μεγαλειότητός του, ενώ δεν έχασε ούτε στιγμή την πλήρη θεότητα. Με την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία της κένωσης προϋποθέτουμε τη θεωρία της υποταγής και οδηγούμαστε στο μονοφυσιτισμό, ο οποίος καταδικάστηκε με σύνοδο το 1166 μ.Χ.. Σήμερα, εν τούτοις, είναι η πιο διαδεδομένη ερμηνεία στον προτεσταντισμό, αν και παρατηρούνται διάφορες παραλλαγές μεταξύ των υποστηρικτών της.

Ερμηνεία της κατ' επίνοιαν διαίρεσης ονομάζεται η άποψη ότι ο Χριστός παρουσιάζεται κατώτερος από τον Θεό Πατέρα ως άνθρωπος, αλλά τούτο γίνεται μόνο κατά φαντασίαν, διότι σύμφωνα με αυτή την άποψη στην πραγματικότητα η ανθρώπινη φύση του είναι τελείως ξένη και ξεχωρισμένη από τη θεία φύση του, ωσάν να μην έγινε υποστατική ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπό του και ωσάν να είναι φανταστική η ανθρωπότητά του.
Αυτή η θεωρία προέρχεται από διαστρέβλωση κάποιων λόγων του Ιωάννη Δαμασκηνού και όπως γίνεται φανερό μία τέτοια ερμηνεία είναι καθαρά μονοφυσιτική, γι' αυτό και καταδικάσθηκε από τη σύνοδο του 1166 μ.Χ., αλλά και από τη σύνοδο του 1170 μ.Χ..

Ερμηνεία τού κοινού προσώπου ονομάζεται η άποψη ότι ο Χριστός εμφανίζεται κατώτερος από τον Θεό Πατέρα μιλώντας όχι ως Υιός ειδικά για τον εαυτό του, αλλά γενικά ως κοινός θνητός για κάθε άνθρωπο. Και αυτή η θεωρία προέρχεται από διαστρέβλωση λόγων του Ιωάννη Δαμασκηνού γι' αυτό καταδικάσθηκε και αυτή από τη σύνοδο του 1166 μ.Χ..

Εκτός από τις κακόδοξες ερμηνείες, διατυπώθηκε και μία άποψη η οποία επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είναι η λεγομένη ερμηνεία της τιμητικής αναφοράς, κατά την οποία νομίζεται ότι η λέξι «μείζων» στο χωρίο «Πατήρ μου μείζων μου εστιν» (Ιω. 14,28) δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μία τιμητική αναφορά του Υιού για τον Πατέρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ερμηνεία αυτή προήλθε από παρανόηση ορισμένων πατερικών χωρίων, ενώ στην πραγματικότητα κανένας πατέρας δεν την εννοούσε. Μνημονεύθηκε στη σύνοδο του 1166, αλλά ούτε καν συζητήθηκε.







Η Ορθόδοξη άποψη



Ο Ιησούς Χριστός, κατά τη Θεϊκή του φύση, είναι ίσος με τον Πατέρα. Κατώτερος είναι μόνο κατά την αιτία, καθώς ο Πατέρας είναι η πρώτη αιτία, και γεννά τον Υιό, ενώ εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα. Τη Θεϊκή αυτή ισότητα του Πατρός με τον Υιό, την αναφέρει καθαρά και ρητά η Αγία Γραφή, στην προς Φιλιππισίους επιστολή του αποστόλου Παύλου.


Αρχαίο Ελληνικό Κείμενο

Μετάφραση

6 ος εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεω, 7 αλλ' εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος.

Φιλιππησσίους 2,6-7

6 ο οποίος αν και υπήρχε με μορφή Θεού, δεν θεώρησε αρπαγμό (=ευκαιρία προς ίδιον όφελος) το να είναι ίσα με τον Θεό, 7 αλλά άδειασε τον εαυτό του παίρνοντας μορφή δούλου, γινόμενος όμοιος με τους ανθρώπους.

Φιλιππησσίους 2,6-7


Ορθόδοξες ερμηνείες του χωρίου «Πατήρ μου μείζων μου εστιν» (Ιω. 14,28), οι οποίες δικαιούνται υπολήψεως, είναι τέσσερις: η ερμηνεία του ανθρωπίνου, η ερμηνεία του αιτίου, η ερμηνεία της υπόνοιας των ακουόντων και η ερμηνεία της συγκατάβασης. Οι  δύο πρώτες, του ανθρωπίνου και του αιτίου, θεωρούν ότι η φράση εκφράζει δόγμα. Οι δύο άλλες, της υπόνοιας και της συγκατάβασης, εξετάζουν τη φράση ως κοινή έκφραση.

Η ερμηνεία του ανθρωπίνου είναι η αρχαιότερη από όλες και απαντά πρώτη φορά στον Ειρηναίο. Σύμφωνα με αυτήν «ο Πατήρ μου μείζων μου εστί» σημαίνει ότι ο Πατέρας είναι ανώτερος από τον Υιό ως άνθρωπο, εφ' όσον ο Υιός με την ενανθρώπηση έγινε τέλειος άνθρωπος χωρίς να παύσει βέβαια να είναι και τέλειος Θεός. Το χωρίο κατατάσσεται σε μία ομάδα χωρίων που αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση του Χριστού και χρησιμοποιούνται από τους πατέρες κατά της αίρεσης του αρειανισμού, αλλά και κατά των αιρέσεων του μονοενεργητισμού και του μονοθελητισμού. Έτσι, η εν λόγω ερμηνεία υποστηρίχθηκε από τους περισσότερους πατέρες και ορθοδόξους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.

Η ερμηνεία τον αιτίου είναι η δεύτερη κατά σειρά αρχαιότητος και συχνότητος στην Ορθόδοξη παράδοση, συναντάται για πρώτη φορά στον Αλέξανδρο Αλεξανδρείας τον 4ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτήν ο Πατέρας λέγεται «μείζων» του Υιού κατά το ότι είναι αίτιός του με την έννοια όχι ότι δημιούργησε τον Υιό, αλλά ότι τον γεννά αενάως. Η διάκριση αυτή δεν είναι διάκριση ουσίας αλλά διάκριση υποστάσεως. Δεν αποτελεί η διαφορά, δηλαδή, ουσιαστική ιδιότητα των προσώπων της θεότητος, αλλά προσωπικό ιδίωμα του Πατέρα έναντι του Υιού. Ο Πατήρ γεννά και ο Υιός γεννάται, χωρίς να συμβαίνει καμία ανισότητα μεταξύ τους και ούτε ο Υιός να είναι νεότερος από τον Πατέρα ή ο Πατέρας ισχυρότερος από τον Υιό. Την ερμηνεία του αιτίου ανέπτυξε πληρέστερα ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, την ασπάζονται και οι περισσότεροι πατέρες και συγγραφείς της Εκκλησίας. Μάλιστα, η σύνοδος του 1170 την πρόβαλε ως υπόδειγμα ορθοδόξου ερμηνείας.

Σύμφωνα με την ερμηνεία της υπόνοιας των ακουόντων η φράση «ο Πατήρ μου μείζων μου εστί» λέχθηκε μέσα σε κάποια συνάφεια και οφείλει να έχει πρώτα απ' όλα μία νοηματική εξήγηση και έπεται η δογματική. Πρώτος ο Χρυσόστομος διευκρίνισε ότι το δόγμα και η αποκάλυψη δεν ελλοχεύουν σε κάθε πρόταση της Γραφής, αλλά φανερώνονται σε ορισμένες προτάσεις και κυρίως στο νόημα μιας συνάφειας. Και ο Χρυσόστομος πάλι ανέδειξε ως ασφαλή ερμηνευτική μέθοδο την ερμηνεία με βάση τη θέση του χωρίου μέσα στην περικοπή του αλλά και με οδηγό το πνεύμα και τη νοοτροπία όλης της Γραφής. Με αυτό το σκεπτικό ο Χρυσόστομος εισηγήθηκε για το χωρίο μας την ερμηνεία της υπόνοιας των ακουόντων, κατά την οποία ο Ιησούς Χριστός σύμφωνα με την αντίληψη που είχαν οι μαθητές του γι' αυτόν και όχι σύμφωνα με την όντως αλήθεια για τον εαυτό του. Τούτο δεν δηλώνει ούτε υπόκριση ούτε υπόδυση, αλλά μόνο σεβασμό προς την αδυναμία των ακροατών του και ακόμη παιδαγωγική σοφία στη διδασκαλία του, με την οποία διακριτικά επιτελούσε την αποκάλυψή του. Οι μαθητές του Ιησού είχαν την ιδέα οπωσδήποτε ότι ο Διδάσκαλος τους ήταν κατώτερος από τον Θεό Πατέρα. Και ο Ιησούς θέλοντας να τους παρηγορήσει, καθώς τους αναγγέλλει ότι φεύγει από κοντά τους, προσαρμόζεται στην ιδέα που είχαν γι’ αυτόν και την χρησιμοποιεί, μάλιστα, για να τους πείσει να μη λυπούνται που θα φύγει. «Αν με αγαπούσατε», τους λέει, «θα έπρεπε να χαρείτε που σας είπα ότι πηγαίνω προς τον Πατέρα μου, διότι ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερος από μένα»• εννοεί ότι η πορεία του προς τον Πατέρα είναι τιμή και ασφάλεια για τον Υιό και χαρά για τους αγαπητούς του.
Η ερμηνεία αυτή είναι πράγματι εύστοχη και επί πλέον δεν αποκλείει τις ορθόδοξες ερμηνείες που αφορούν στο δόγμα. Την ακολουθούν επιφανείς αρχαίοι ερμηνευτές και υπομνηματιστές και μνημονεύθηκε στη σύνοδο του 1166, αν και δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής, καθ' όσον το ενδιαφέρον της ήταν δογματικό.

Παρεμφερής είναι, τέλος, η ερμηνεία της συγκατάβασης, κατά την οποία ο Χριστός από συγκαταβατικότητα προς την αδυναμία των ακροατών του εκφράζεται ταπεινά για να γίνει κατανοητός. Την ερμηνεία αυτή την αναφέρει ο Φώτιος και η διαφορά της από την ερμηνεία της υπόνοιας των ακουόντων έγκειται στο ότι κατ' αυτήν ο Χριστός δεν επωφελείται από την ασθενή αντίληψη των ακροατών του γι' αυτόν, όπως κατά την άλλη ερμηνεία, αλλά απλώς προϋποθέτει την αδυναμία τους και συμμορφώνεται μ' αυτήν.


Ο Χριστός χρησιμοποιώντας για τον Θεό το χαρακτηρισμό «ο Πατήρ μου» υπαινίσσεται πλέον την καινούργια αντίληψη για τον Θεό, την οποία εγκαθιδρύει με τον εαυτό του και θα γνωστοποίηση στον κόσμο με την Εκκλησία του. Αυτός ο Θεός, ο οποίος όντως είναι «μείζων πάντων», και ακόμη «μείζων» ενός διδασκάλου, όπως αυτόν που γνώρισαν οι μαθητές του στο πρόσωπο του, είναι ο Πατέρας του.
Όταν ύστερα από λίγο καιρό οι μαθητές του Ιησού θα τον δουν αναστημένο, θα καταλάβουν καλά τι σήμαινε πλήρως αυτός ο λόγος. Ο Ιησούς δεν ήταν μόνο τέλειος άνθρωπος, είναι και τέλειος Θεός και έχει Πατέρα φυσικό τον Θεό του κόσμου. Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση κατέστησε δυνατό για τον άνθρωπο να γίνει γιος κι αυτός του επουρανίου Πατέρα, να μπορεί να αποκαλεί τον Κύριο «ο Πατήρ μου» και να είναι βέβαιος γι' αυτή την αμετάκλητη υιοθεσία, που την υπέγραψε με το αίμα του ο Ιησούς Χριστός.

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ "Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ" χριστολογικο






"Ο Λόγος σαρξ εγένετο"

Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου



Ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από τη Μαρία έμψυχη σάρκα και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα. Ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση και την έκανε άγιο ναό του.
Δανείστηκε τη σάρκα από την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και αφού την έλαβε χωρίς σπορά, πήρε ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος. Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση του έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία.



 Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ' αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του.



Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την χάρη της Θεότητάς του, την οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει, και μ' αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη. Έτσι χαρίζει στα κτίσματά του την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού.


Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου. Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την την θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό. Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο. Μετά την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι' αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες.

Και επειδή ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια. Γι' αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου και έπειτα οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων ενάρετων  και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.


Ο Υιός του Θεού και Θεός, αφού εισήλθε στα σπλάχνα της Παναγίας Παρθένου και έλαβε σάρκα απ' αυτήν, γεννήθηκε τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ασυγχύτως.



Η χάρη του Πνεύματος στον Χριστό προέρχεται από την θεία του φύση και ουσία. Όμως το σώμα του δεν έχει την ίδια προέλευση, αλλά προέρχεται από την πάναγνη και αγία σάρκα της Θεοτόκου, την οποία προσέλαβε κατά το ιερό λόγιο: «ο Λόγος σάρξ εγένετο» (κατά Ιωάννην 1,14). Έκτοτε ο Υιός του Θεού και της αχράντου Παρθένου μεταδίδει στους ενάρετους την χάρη του Πνεύματος, δηλαδή την θεότητα, καθώς και μέσω του προφήτη λέγει: «Θα συμβεί τούτο κατά τις έσχατες ημέρες, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο» (Ιωήλ 3:1), εννοώντας κάθε πιστό, από δε την φύση και ουσία εκείνης που κυρίως και αληθώς τον γέννησε την σάρκα, την οποία έλαβε από αυτή.



Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, το ίδιο γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό. Γιατί λαμβάνοντας την πανάμωμο σάρκα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του,  γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοι του Χριστού και συγγενείς του. Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε. Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ' αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ' αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.

Αν την μεταλαμβάνουμε άξια, έχουμε μέσα μας όλον τον σαρκωθέντα Θεό και Κύριό μας Ιησού Χριστό, αυτόν τον Υιό του Θεού, ο οποίος λέει: «εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του» (κατά Ιωάννη 6,56). Εμείς δεν τον αισθανόμαστε σαν σάρκα, αν και βρίσκεται μέσα μας, αλλά υπάρχει ασωμάτως σε σώμα, αναμιγνυόμενος ανέκφραστα με την φύση μας και την ουσία μας και θεοποιώντας μας, επειδή γίναμε σύσσωμοι μ' Αυτόν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο και ιερότερο μυστήριο της ανέκφραστης οικονομίας και συγκαταβάσεως του Θεού.

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ"




1. Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. 2 Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. 3 πάντα δι' αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν.
Ιω. 1,1-3

1. Αρχικά ήταν ο Λόγος. Και ο Λόγος ήταν προς τον Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος. 2.Αυτός ήταν αρχικά προς τον Θεό. 3.Όλα έγιναν μέσω αυτού, και χωρίς αυτόν δεν έγινε ούτε ένα το οποίο έγινε.
Ιω. 1,1-3



Ο Ιωάννης εδώ μας λέει ότι ο Θεός Λόγος (ο Υϊός), αρχικά ΗΤΑΝ. Δεν έγινε. Ήταν! Υπήρχε ήδη εξ' αρχής. Και ξεκαθαρίζει, ότι από όλα όσα έγιναν, (δηλαδή από ΟΛΑ τα κτίσματα), ούτε ένα δεν έγινε χωρίς Αυτόν. Δεν θα μπορούσε λοιπόν σε καμία περίπτωση ο Θεός Λόγος να ήταν κτίσμα Θεού, αφ' ενός επειδή ήταν άναρχος, μια και εξ' αρχής ήδη υπήρχε, αφ' ετέρου επειδή αν ήταν κτίσμα, θα υπήρχε έστω και ένα κτίσμα που έγινε χωρίς Αυτόν, (ο εαυτός του). Επομένως ο Χριστός δεν είναι κτίσμα. Είναι ο Θεός Λόγος, που είναι μαζί με τον Πατέρα του και το Άγιο Πνεύμα, ο Μόνος αληθινός Τριαδικός Θεός.

ΥΪΟΣ ΛΟΓΟΣ Ορισμός χριστολογικα κειμενα




Με την ονομασία Λόγος του Θεού στη Χριστιανική πίστη, εννοούμε: α) το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος, ο Μονογενής Υιός του Θεού, που σαρκώθηκε για μας τους ανθρώπους, ο θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και β) τη Θεία Αποκάλυψη προς εμάς.







Ο Θεός Λόγος


Στην αρχή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου υπάρχει ένα χαρακτηριστικό χωρίο, που δείχνει σαφώς αυτή την ταύτιση του Λόγου του Θεού με τον Κύριο Ιησού Χριστό:

"Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι' αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν... Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας..." (Ιωάννης 1,1-3. 1,14).



Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το ακόλουθο χωρίο της Αποκάλυψης:

"Και είδον τον ουρανόν ανεωγμένον, και ιδού ίππος λευκός, και ο καθήμενος επ' αυτόν, καλούμενος πιστός και αληθινός, και εν δικαιοσύνη κρίνει και πολεμεί. οι δε οφθαλμοί αυτού ως φλόξ πυρός, και επί την κεφαλήν αυτού διαδήματα πολλά, έχων ονόματα γεγραμμένα, και όνομα γεγραμμένον ό ουδείς οίδεν ει μη αυτός, και περιβεβλημένος ιμάτιον βεβαμμένον εν αίματι, και κέκληται το όνομα αυτού, Ο Λόγος του Θεού" (Αποκάλυψις 19, 11-13).







Ο λόγος της Θείας Αποκάλυψης



Ο λόγος του Θεού είναι άρρητος, και η ακριβέστατη και απόλυτη μεταφορά του σε πεπερασμένο ανθρώπινο λόγο δεν είναι εφικτή. Γι' αυτό και όταν μιλάμε για τον "λόγο του Θεού" ως Θεία Αποκάλυψη, το κάνουμε συγκαταβατικά. Ουσιαστικά με τη φράση αυτή εννοούμε τον λόγο τού Θεού, όπως αυτός εκφράζεται μέσα από τον ανθρώπινο λόγο του Ευαγγελίου της Εκκλησίας.

Πράγματι, στην Αγία Γραφή βρίσκουμε να αναφέρεται ο λόγος του Ευαγγελίου πολύ συχνά, ως "λόγος του Θεού", όπως στα εξής παραδείγματα:

Πράξεις 6,7: "ο λόγος τού Θεού αύξανε, και ο αριθμός των μαθητών στην Ιερουσαλήμ πληθυνόταν υπερβολικά· και μεγάλο πλήθος από τους ιερείς υπάκουε στην πίστη".

Πράξεις 13,46: "Ο δε Παύλος και ο Βαρνάβας μιλώντας με θάρρος, είπαν: Ήταν αναγκαίο πρώτα σε σας να λαληθεί ο λόγος τού Θεού· αλλά, επειδή τον απορρίπτετε, και δεν κρίνετε τον εαυτό σας άξιο της αιώνιας ζωής, δέστε, στρεφόμαστε στα έθνη".

Πράξεις 17,13: "Και καθώς οι Ιουδαίοι από τη Θεσσαλονίκη έμαθαν ότι και στη Βέροια κηρύχθηκε ο λόγος τού Θεού από τον Παύλο, ήρθαν και εκεί, και αναστάτωναν τα πλήθη".

Ουσιαστικά λοιπόν ο λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, διαδίδεται προφορικά μέσα από τον ανθρώπινο λόγο, αλλά και από γραπτά μέσα, όπως είναι η Αγία Γραφή, και τα κείμενα των αγίων της Εκκλησίας. Ο λόγος του Θεού ταυτίζεται με τη Θεία Αποκάλυψη του Θεού προς την Εκκλησία, την οποία η Εκκλησία κηρύττει.

Η απόλυτη ταύτιση του "λόγου του Θεού" με την Αγία Γραφή που κάνει ο Προτεσταντισμός, είναι για την Ορθόδοξη Εκκλησία αδιανόητη, και μόνο ως μία από τις εκφράσεις αυτού του λόγου, μπορεί να νοηθεί για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Αγία Γραφή, και ως ισόκυρη με όλες τις άλλες εκφράσεις αυτού του Ευαγγελικού λόγου.