Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Αγιορείτες πατέρες - Γέροντας Ευθύμιος (Αγιορείτης).1915 -2004.


Αγιορείτες πατέρες - Γέροντας Ευθύμιος (Αγιορείτης).1915 -2004.

«Ένας από τους τελευταίους» 
Γέροντας Ευθύμιος (Αγιορείτης).1915 -2004.(Ι.Μ.Κωσταμινίτου, Βίγλα - Ι.Μ.Μ.Λαύρας)  
Ζ' Μέρος με φωτογραφίες.

  
Ἡ μελέτη του

Ὁ Γέροντας μελετοῦσε πολύ τά Πατερικά βιβλία. Γνώριζε καί ἐκφωνοῦσε ἀπ’ ἔξω ὁλόκληρα ἐδάφια ἀπό τά ἀσκητικά συγγράμματα. Εἶχε ἐντρυφήσει πολύ σ’ αὐτά.  Εἶχε δύο τεράστια παλιά βιβλία δερματόδετα τόν Εὐεργετινό καί τήν Φιλοκαλία τά ὁποῖα τά εἶχε «καταφάγει». Καί τά δύο ἦταν γεμᾶτα σημειώσεις, παραπομπές καί χαρτάκια-σελιδοδεῖκτες μέ γραμμένο ἐπάνω τους τό κύριο νόημα τῆς σελίδας στήν ὁποία ἀντιστοιχοῦσαν.
Οἱ ἄξονες τῆς ζωῆς του στή Βίγλα ἦσαν: Ὑπεράνθρωπη νηστεία, ξενιτεία, ἀπροσπάθεια πρός ὅλους καί ὅλα, ἀκτημοσύνη, μελέτη, καί  πολύς σωματικός κόπος.



Τό ἡσυχαστήριο τῶν Ἁγίων Βαρλάμ καί Ἱωάσαφ




Συνεχής προσπάθεια γιά ἀμεριμνία καί γιά τό «ἀπερίσπαστον».
Στή Βίγλα ὅπου ἀσκήτευε ὁ Γέροντας, εἶχε ἕνα ἀμπέλι[1]. Μία ἡμέρα πῆγε καί τό κατέστρεψε. Ὅταν ὁ ἀνεψιός του τόν ἐπισκέφτηκε καί τόν ρώτησε γιά ποιόν λόγο τό ἔκανε αὐτό, τοῦ εἶπε:
-«Γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Σκόνταφτα, θύμωνα, ἁμάρτανα. Γι’ αὐτό τό χάλασα».
 Προφανῶς τό ἔκανε γιά νά ἔχει περισσότερη ἀμεριμνία καί νά εἶναι ἀπερίσπαστος.
 Ὁ μοναχός πρέπει νά ἀρκεῖται στά ἀπαραίτητα καί νά μήν παρασύρεται ἀπό τήν ἐργασία, τό «ἐργόχειρο». Τό «ἐργόχειρο»  εἶναι «πάρεργο». Τό κύριο ἔργο εἶναι ἡ προσευχή.


Τό ἐσωτερικό τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Βαρλάμ καί Ἰωάσαφ
 
Τό ταπεινό του φρόνημα: «Εὐτελής καί ταλαίπωρος καί μηδαμινός ἔργῳ καί λόγῳ»
Ἡ μεγάλη του, «ἐν ἐπιγνώσει» ταπείνωση, φανερώνεται  ἐκτός τῶν ἄλλων καί στίς ἐπιστολές του. Νά πῶς «αὐτοπεριγράφεται» σέ γράμμα του, πού ἀπηύθυνε σέ Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ἐφησυχάζει στό Ἅγιον Ὄρος:
«Εὐθύμιος Βιγλιολαυριώτης, ἐλεεινός καί ἁμαρτωλότερος πάντων ἀνθρώπων, Μοναχῶν καί κοσμικῶν, εὐτελής καί ταλαίπωρος καί μηδαμινός
ἔργῳ καί λόγῳ, ἄτιμος καί καταισχυμένος»[2].
 Μ’ αὐτόν τόν τόσο ταπεινό - ἐξευτελιστικό τρόπο «αὐτοπαρουσιάζεται». Ἀξιοπρόσεκτος εἶναι καί ὁ τρόπος πού καταθέτει στόν Ἐπίσκοπο τό αἴτημά του. Γράφει: «Στόν Θεοφιλέστατον Ἄνθρωπον ὑποκλινόμενος, στόν  Ἀρχιερέα μας Χρυσόστομον, Σχολάρχην τῆς Ἀθωνιάδος,
Ὁ ἐλάχιστος τῶν Μοναχῶν Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης...
Μίαν γνώμην ἀμαθῆ, ἀφελῆ, ἁπλῆ καί ἀπερίεργο σοῦ γράφω ἐδῶ πέρα, καί γέλασε μέ τά μένα κἄμποσο»[3]. Θεωρεῖ ὅτι εἶναι γιά γέλια ὁ ἑαυτός του...

Κακοπάθεια καί ταπείνωση

Ὁ Γέροντας μέσα ἀπό τήν προσωπική του πείρα εἶχε μάθει ὅτι:
«Ἡ ταπείνωση καὶ ἡ κακοπάθεια ἐλευθερώνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Ἡ μὲν πρώτη ἀποκόβει τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἐνῶ ἡ δεύτερη τοῦ σώματος. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ μακάριος Δαυΐδ, ἐφαρμόζοντας αὐτό, λέει στὸ Θεὸ μέσα στὴ προσευχή του: δές, Κύριε, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ κακοπάθειά μου, καὶ συγχώρησέ μου ὅλες τὶς ἁμαρτίες. (Ψάλμ. 24, 18)»[4].
 Γνώριζε ἐπίσης ὁ γνήσιος ἀγωνιστής τῆς ταπεινοφροσύνης, π.Εὐθύμιος ὅτι, ὅπως λέει ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος, γιά νά φθάσει ὁ ἄνθρωπος στήν γνήσια ταπεινοφροσύνη χρειάζεται νά κάνει τρία πράγματα:
Α) Νά ἀγαπήσει τόν σωματικό κόπο (νηστεία, ἀγρυπνία, χαμαικοιτία[5], σωματική ἐργασία, διακονία κοπιαστική τοῦ πλησίον κ.λ.π.)
 Β) Νά βάζει τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό ὅλους .
Δηλ. νά πιστεύει ὅτι εἶναι:
Ø  ἁμαρτωλότερος ὅλων τῶν ἀνθρώπων «διά τήν ἄγνοιαν» (ἀφοῦ δέν γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ πλησίον του, τό «ἀσφαλέστερο» εἶναι νά πεῖ ὅτι ἐγώ εἶμαι χειρότερος ἀπ’ αὐτόν)
Ø  κατώτερος ὅλων τῶν δαιμόνων, ἀφοῦ τούς κάνει ὑπακοή «δουλεύοντας» στά διάφορα πάθη καί
Ø  αἰσχρότερος ὅλων τῶν κτισμάτων, ἀφοῦ ὅλα τά κτίσματα εἶναι στό κατά φύσιν, ὅπως τά ἔφτιαξε ὁ Θεός, ἐνῶ αὐτός εἶναι στό παρά φύσιν, στήν ἁμαρτία.
Γ) Νά προσεύχεται ἀδιάλειπτα.
Ἡ προσευχή κάνει τόν ἄνθρωπο ταπεινό διότι ὁ προσευχόμενος «ἀποδίδει» τά κατορθώματά του στήν Θεία Χάρη, ἡ ὁποία ἔρχεται διά τῆς προσευχῆς καί ὄχι στήν δική του δύναμη καί ἱκανότητα. Ὁ ἄνθρωπος πού προσεύχεται ἀποδεικνύει ἔμπρακτα ὅτι πιστεύει στόν Κύριο καί στόν λόγο Του : «Χωρίς Ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε»[6].
Ἡ γνήσια ταπεινοφροσύνη-ἀγάπη συνδυασμένη μέ τήν ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή καί τήν ἐν Χριστῷ ἄσκηση (κακοπάθεια), ὁδηγεῖ στήν κάθαρση, στήν ἐνεργοποίηση τῆς Βαπτισματικῆς Θείας Χάρης καί τέλος στήν ἀπάθεια.

Τὀ Καθολικό τῆς Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας

Ι. Μ. Μ. ΛΑΥΡΑΣ

             Συνεχίζει τίς «τρέλλες του».
Σύμφωνα μέ μαρτυρία τοῦ Γέροντα Παΐσιου, πού διασώζει σύγχρονος Ἐπίσκοπος, ὅταν ὁ Γέροντας ἀναγκάστηκε νά ἀλλάξει τόπο διαμονῆς (πῆγε ἀπό τήν Βίγλα στήν Ι.Μ. Μ. Λαύρας) λόγῳ γήρατος, ἔκανε τήν ἑξῆς «τρέλλα»:


Οἱ Πατέρες τῆς Λαύρας θέλοντας νά τόν «ἀναπαύσουν», τόν ἔβαλαν σ’ ἕνα σχετικά καλό κελλί καί τοῦ πρόσφεραν φαγητό. Ἐκεῖνος γιά νά κρύψει τήν ἀρετή του καί νά μήν φάγει, ἄρχισε νά διαμαρτύρεται καί νά φωνάζει ὅτι δέν ἦταν καλό τό φαγητό. Ἐπίσης πετοῦσε τά σεντόνια ἀπό τό κρεββάτι του. Στό τέλος οἱ Πατέρες ἀναγκάστηκαν νά τόν βάλουν σ΄ ἕνα πιό ταπεινό κελλί τό ὁποῖο ἦταν στά «μέτρα» του. Ἔτσι ἀπόφυγε τήν ἄνεση καί τήν καλοπέραση[7].



[1] Σύμφωνα μέ πληροφορία τοῦ κ. Πασχαλᾶ ἀπό τό Γομάτι.


[2]Ἐπιστολή Γέροντος  Εὐθυμίου «πρός τόν Θεοφιλέστατον Ἀρχιερέα μας Χρυσόστομον», στό: Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Πρόσωπα καί δρώμενα στόν Ἄθωνα, Ἅγιον Ὄρος 2001, σελ. 410.


[3] Ὅ. π. ( Τήν ἐπιστολή αὐτή ἔγραφε ὁ Γέροντας στίς 3 Μαΐου τοῦ 1981).


[4] Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Α΄ Ἑκατοντάς περί Ἀγάπης, οστ'.


[5] Νά κοιμᾶται στό πάτωμα


[6] Ἰω. 15, 5: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».


[7] Μαρτυρία τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἱ. Βλάχου στό : Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ», Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Β΄ ἔκδοση, Λεβαδειά 2007, σελ. 277.


Ἀπόσπασμα ἀπό τό Βιβλίο: Ἱερομονάχου Σάββα, Ἕνας ἀπό τούς τελευταίους

ΙΣΑΑΚ ΑΤΤΑΛΑΧ


ΙΣΑΑΚ ΑΤΤΑΛΑΧ

  Ισαάκ Αττάλαχ (ο Λιβανέζος)

Ο Παπα Ισαάκ ο Αθωνίτης ο από Λιβάνου,
(εις μνημόσυνον αιώνιον 16/07/1998)
Αν και ποτέ δεν υπήρξε ένα ειδικά αραβόφωνο μοναστήρι ή σκήτη στο Άγιον Όρος, υπήρξαν πολλοί αραβόφωνοι μοναχοί που έχουν πάει στο Άγιον Όρος για να αναζητήσουν τη σωτηρία τους. Στο δικό μας καιρό, ο Ισαάκ ο Αθωνίτης ταξίδεψε από τον Λίβανο στο Άγιον Όρος, όπου έγινε μαθητής του Γέροντα Παϊσίου.
Το άρθρο που ακολουθεί, γράφτηκε στην αραβική γλώσσα από τον αδελφό του Αρχιμανδρίτη Ισαάκ, Αντώνη και σχολιασμένο από τον Εφραίμ (Κυριάκου) Ηγούμενο της Μονής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Μπασκίντα και νυν Μητροπολίτη Τριπόλεως του Λιβάνου. Η μετάφραση εδώ, ωστόσο, είναι από τη γαλλική μετάφραση του εγγράφου που δημοσιεύθηκε στην Le Bon Pasteur, το δελτίο του l'Association des Chretiens Orthodoxes d'Antioche et de leurs Amis,. 4, March-June 2006.
Επίσης την ελληνική μετάφραση διόρθωσε ο άλλος αδελφός του Γέροντα Ισαάκ που ζει στην Ελλάδα ο γιατρός Ηλίας Ατάλα.
Ο πατέρας Ισαάκ γεννήθηκε από τη Μάρθα και τον Nemer Atallah στις 12 Απριλίου 1937 σε ένα χωριό του Λιβάνου Nabay στην περιοχή τoυ νομού Maten,15 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Βηρυτού και που ανήκει στη Μητρόπολη του Όρους Λιβάνου... Του δόθηκε το όνομα Fares (Φίλιππος). Μεγάλωσε σε μια ευσεβή ορθόδοξη οικογένεια και έμαθε από τον πατέρα του{ο οποίος ήταν ψάλτης από 12 ετών στο χωριό του, στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (Ταξιάρχης)}, την αγάπη για τον Χριστό και την πίστη στην παράδοση της Εκκλησίας.
Από τα νεανικά του χρόνια είχε κλίση στην μόνωση και την προσευχή. Συχνά συνέβαινε οι γονείς του να τον χάνουν και τελικά να τον βρίσκουν να προσεύχεται στα μέρη γύρω από το χωριό του, όχι μακριά από το σπίτι που γεννήθηκε. Ήταν διαπίστωση πια ότι ήδη είχε βρει την εγγύτητα προς τον Θεό και την Εκκλησία Του.
Μια μέρα, όταν ήταν ακόμα αρκετά νέος 14 χρονών έφυγε από το σπίτι της οικογένειας του για να πάει στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Shwaιρ, κοντινό μοναστήρι που απέχει από το χωριό 5 χιλιόμετρα, αλλά ο πατέρας του έστειλε να πάνε να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω.. Εκείνη την εποχή έλεγαν, ότι δεν ήταν παράδοση των μοναστηριών να δεχθούν το μεγαλύτερο γιο της οικογένειας ως μοναχό, δεδομένου ότι αναλάμβανε την υποστήριξη της οικογένειας... Ο Fares συμφώνησε και επέστρεψε σπίτι του.
Έκανε τις αρχικές του σπουδές στο σχολείο του χωριού του, Nabay, στη συνέχεια, εγκατέλειψε το σχολείο για να εργαστεί ως μαθητευόμενος ξυλουργός... Στο τέλος της μαθητείας του, πήγε για την πρακτική του στη Βηρυτό.
Εκεί κάθε βράδυ, στο τέλος της εργασίας του, έπαιρνε μαθήματα στη βυζαντινή ψαλμωδία στη Βηρυτού στο σχολείο του Mitri- Al Murr, Πρωτοψάλτη της Εκκλησίας της Αντιόχειας.
Το καλοκαίρι του 1962, σε ηλικία είκοσι πέντε, πήρε την απόφαση της ζωής του. Σε μια μικρή τσάντα του, ταχτοποίησε προσεκτικά τα ρούχα του και άφησε τη δουλειά του στο Grand Phonecia ξενοδοχείο, το οποίο ήταν το πρότυπο για την πολυτέλεια στη Βηρυτό την εποχή εκείνη, και επέστρεψε στο σπίτι του αφού ζήτησε την παραίτησή του.. Όταν έφτασε στο σπίτι του παρέδωσε στον πατέρα του, για τον οποίο είχε τεράστιο σεβασμό και υπακοή αστείρευτη, τις οικονομίες του σένα βιβλιαρίου, με 3000 λίρες, ποσόν σεβαστό για την εποχή εκείνη λέγοντας «Αυτό το λογαριασμό ταμιευτηρίου έχει ανοιχθεί στο όνομά σας. Θα ήθελα , να τα διανείμεις εξίσου μεταξύ όλων των μελών της οικογένειας. Όσο για μένα, εγώ δεν χρειάζομαι τίποτα γιατί πρόκειται να πάω στο μοναστήρι.
Με θλίψη ο πατέρας του τον ρώτησε, "Τι μπορώ καλύτερο να σου προσφέρουμε σε αυτόν τον κόσμο, έτσι ώστε να μην γίνεις μοναχός;" Ο Fares του απάντησε, "Ακόμα και αν μπορείτε να μου δώσετε όλον αυτόν τον κόσμο ως αντίτιμο, τα μάτια μου δεν έχει καμία αξία ! Η ζωή μου δεν είναι εδώ, αλλά στο μοναστήρι." Ο πατέρα του, προσπάθησε σκληρά να τον αποτρέψει από το να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού, τοποθετώντας ως πίεση την φροντίδα για τα άλλα μέλη της οικογένειας, αλλά ήταν μάταιο.
Την ίδια ημέρα, ο Fares πήρε την τσάντα του και κατευθύνθηκε με τον αδερφό του Αντώνη προς την κατεύθυνση της μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Bkeftin, στην περιοχή της Κούρας, μια θέση που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ. Είχε μόνο διεύθυνση και το όνομα του ηγούμενου της, Αρχιμανδρίτης Yuhanna (Mansour), το νυν Μητροπολίτης Λαοδικείας στη Συρία.
Ο Fares φτάνοντας στο μοναστήρι βγήκε από το ταξί και έπεσε στα γόνατά του, αντικρίζοντας το μοναστήρι και, σηκώνοντας τα χέρια του, απήγγειλε μια προσευχή δική του …. "Ευχαριστώ τον Κύριο για το ότι μου έκανε πραγματικότητα την επιθυμία μου."
Ο Αρχιμανδρίτης Yuhanna τους πήρε στο αρχονταρίκι του μοναστηρίου για να τους υποδεχθεί. Το μοναστήρι ήταν σε μεγάλο βαθμό ερημωμένο, τα περισσότερα από τα δωμάτια του ήταν σε άθλια κατάσταση και σχεδόν ακατοίκητα Ένας μοναχός ζούσε εκεί εκτός από την Ηγούμενο.
Ο ήλιος έδυε, όταν ο αδελφός του Γέροντα Ισαάκ, Αντώνης, επέστρεψε, αφήνοντας το μεγαλύτερο αδελφό του στο μοναστήρι.. Στο σπίτι η οικογένεια, με αγωνία τα νέα για τον Fares. Ο πατέρας του μίλησε πρώτος, λέγοντας "Λοιπόν, πού ακριβώς πήγε;" "Για το μοναστήρι της Bkeftin στη Κούρα," αποκρίθηκε, "αλλά σας διαβεβαιώνω αμέσως ότι, δεδομένης της κατάστασης στη μονής, και δεδομένου ότι ο Fares εργάστηκε τα τελευταία χρόνια στο υπερπολυτελές Phonecia Hotel στη Βηρυτό, δεν θα μπορέσει να μείνει εκεί πάνω από δύο ή τρεις ημέρες προτού να τον δείτε να επιστρέφει στο σπίτι" Ο πατέρας του κοίταξε τον αδελφό του Fares, Αντώνη στα μάτια και είπε: "Δεν έχει σημασία τις δυσκολίες που θα συναντήσει, αλλά να ξέρετε ότι ο αδελφός σας δεν θα επιστρέψει ξανά πίσω ."
Η ζωντάνια του πνεύματος του και ο ζήλος που έδειξε ο Fares στις σπουδές του σίγουρα ενθάρρυναν τον Ηγούμενο Yuhanna να του επιτρέψει να επεκτείνει τις σπουδές του, το οποίο και έγινε με την εγγραφή του στο σχολείο που ανήκει στην Πατριαρχική Μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μπαλαμάντ στην περιφέρεια της Κούρας, στον Βόρειο Λίβανο. Έτσι ο Fares βρέθηκε, υπό την αιγίδα του Ιγνατίου (Hazim, το σημερινό Πατριάρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αντιοχείας ), που ήταν εκείνη τη στιγμή επίσκοπος της Λαοδικείας στη Συρία και έμενε στο μοναστήρι του Μπαλαμάντ.
Χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα Φίλιππος στο μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιάκωβο τον Πέρση στο Dedde της Κούρας το 1963, δια της τοποθέτησης των χεριών του Ηλία (Kourban), Μητροπολίτη της Επισκοπής της Τρίπολης και του Μητροπολίτη της Κούρας, υπό τους οποίους ήταν το μοναστήρι του Bkeftin στην οποία είχε υποταχθεί... Ήταν αξιοσημείωτη καθ 'όλη την περίοδο της εκεί παραμονής του η προσήλωση του στη προσευχή, την άσκηση και στο ότι έκανε με ειρήνη και με πολύ ζήλο ότι του είχε ανατεθεί να κάνει, και για την υπακοή του στους προϊσταμένους του.
Η Θεία Πρόνοια, ως συνήθως, χρησιμοποιώντας τις τοπικές συνθήκες τον ανάγκασε να φύγει από το σχολείο του Balamand για την Πάτμο στην Ελλάδα το 1968, όπου έλαβε το δίπλωμα του Λυκείου.
Ο Γέροντας τότε εξεδήλωσε την επιθυμία του να εμβαθύνει τις γνώσεις του στη Θεολογία με το να γίνει φοιτητής στη Σχολή Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπου απεφοίτησε με άριστα και όπου υπηρέτησε ως διάκονος στον καθεδρικό ναό του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της πόλης.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός ήταν γνωστός για τη πολύ όμορφη φωνή, η οποία προσέλκυε πολλούς από τους πιστούς να ακούσουν την ψαλτική της αντιοχειανής παράδοσης και να απολαύσουν την Θεία Λειτουργία στα αραβικά και στα ελληνικά.
Αλλά το πιο σημαντικό γεγονός για τον ίδιο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν ότι ήρθε σε ουσιαστική επαφή με το Άγιο Όρος, καθώς και με τη μοναστική ζωή που καλλιεργήθηκε στο Περιβόλι της Παναγίας. Εκεί συγκεκριμένα γνώρισε Αυτόν που θα γινόταν ο πνευματικός πατέρας του, τον Γέροντας Παίσιο (+ 12 Ιουλίου του 1994).
Με την επιστροφή του στο Λίβανο, χειροτονήθηκε ιερέας στον Πατριαρχικό Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Μπαλαμάντ δια της επιθέσεως των χειρών του μακαριστού πατριάρχου Ηλία IV (Μουαουάντ), με το όνομα Φίλιππο Στη συνέχεια έζησε στην περίοδο από το 1973 και το 1975 στο μικρό μοναστήρι αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, μετόχι της Ιεράς Μονής της Θεοτόκου στο Χαματούρας, στην περιοχή της Zgharta στο Βόρειο Λίβανο, ένα Μετόχι της Ιεράς Αρχιεπισκοπής του Όρους Λιβάνου στην επικράτεια της Αρχιεπισκοπής της Τρίπολης και της Κούρας.
Ο πατέρας Φίλιππος πήρε την τοποθέτηση του στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου με πολύ ενθουσιασμό. Έβαλε τον εαυτό του να εργαστεί αμέσως στην αποκατάσταση της εκκλησίας του μοναστηριού και των κελιών των μοναχών που περιέβαλαν τη μονή. Επίσης, νοιαζόταν για τη παραμελημένη περιοχή του μοναστηριού, με την εκ νέου φύτευση ελαιόδεντρων και αμπελιών. Η προσωπικότητα του Πατέρα Φίλιππου και το έργο που έκανε άρχισαν να αποδίδουν καρπούς και το μοναστήρι λίγο λίγο έγινε γνωστό μέρος της πνευματικής ανανέωσης που προσέλκυσε όλο και περισσότερες ψυχές στον Κύριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πατέρας Φίλιππος υπηρέτησε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εν λόγω μοναστήρι και την ενορία αφιερωμένη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ στο χωριό κοντά στο Ras Kifa.
Όμως, κάτω από την πίεση του πολέμου στο Λίβανο, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το μοναστήρι του, που βρίσκεται όπως απαιτεί η παράδοση σε μια βουνοκορφή, η οποία είχε γίνει μια στο πόλεμο μια πολύτιμη στρατιωτική θέση, και να αναζητήσει καταφύγιο ακόμη μια φορά στη Θεσσαλονίκη, αφού είχε λάβει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη το 1976... Άσκησε την ιεροσύνης του στην ίδια την πόλη, στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας και είχε αναλάβει την ευθύνη των φοιτητών θεολογίας που είχαν μεταφερθεί από την Πατριαρχική Μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου Μπαλαμάντ που έκλισε λόγω πολέμου στη Θεολογική σχολή της Θεσσαλονίκης με την αμέριστη βοήθεια για τη μεταφορά τους, από το μητροπολίτη Παντελεήμων Ροδόπουλο, καθηγητή στην εν λόγω θεολογικη σχολή.
Το 1978, έλαβε την άδεια από το Σεβασμιότατο George (Χόντρ) του Όρους του Λιβάνου, μετά τον οποίο εξακολουθούσε να εξαρτάται, να ενταχθεί στην μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους... Κινήθηκε προς τη Μονή Σταυρονικήτα και έλαβε το όνομα του Αγίου Ισαάκ του Σύρου που τον ευλαβούταν πολύ. Τώρα πια μπορούσε ως εκ τούτου να παρακολουθεί στενότερα τις διδασκαλίες του πνευματικού του πατέρα, του Γέροντα Παισίου, που ζούσε τότε σε ερημητήριο αφιερωμένο στο Τίμιο Σταυρό και που δεν απέχει πολύ από το μοναστήρι του Σταυρονικήτα.
Λέγεται ότι ένα αξιοσέβαστος μοναχός του Αγίου Όρους είπε προς αυτόν, "Έχετε έρθει εδώ από μια χώρα που έχει τόσους πολλούς Αγίους όπως τον ενάρετο Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, προκειμένου να μάθετε τη μοναστική ζωή;. "
Ο πατήρ Ισαάκ απάντησε, "Ναι, η εμπειρία των Αγίων Πατέρων μας έχει διαφυλαχτεί εδώ σε μεγάλο βαθμό στο Άγιον Όρος και έχω έρθει για ενισχυθώ σε αυτόν τον Άγιο τόπο."
Ένα χρόνο μετά την άφιξή του στο μοναστήρι του Σταυρονικήτα, αναχώρησε στο νέο καταφύγιο του, το ασκητήριο της Ανάστασης του Κυρίου που ο ίδιος ανακαίνισε στην περιοχή της Καψάλας, που δεν απέχει πολύ από τις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Έζησε εκεί μόνος για τέσσερα χρόνια, μια ζωή πολύ σκληρής άσκησης και έντονου πνευματικού αγώνα. Ήρθε αντιμέτωπος με πολλούς πειρασμούς και δοκιμασίες που προσπάθησαν να τον κάνουν να αφήσει τη ασκητική μόνωση του, ώσπου μια μέρα, όταν, συγκλονισμένος από τις σκέψεις του, τη κούραση του, και τις δυσκολίες του, ανακάλυψε ένα μικρό τάφο, ενώ περπατούσε σε κάποιο σημείο του κελιού του Στάθηκε μπροστά του και προσευχήθηκε θερμά, αφήνοντας τον εαυτό του στους κόλπους της μνήμης του θανάτου. Στη συνέχεια, είπε με μια αποφασιστική φωνή, "Εδώ μπορώ να πεθάνω".
Από εκείνη τη στιγμή, οι σκέψεις που τον βασάνιζαν εντελώς εξαφανίστηκαν. Αυτή η μνήμη του θανάτου δεν τον άφησε ποτέ, και σύμφωνα με τη μοναστική παράδοση, έσκαψε έναν τάφο του δικού του μεγέθους του, με τα χέρια του, μέσα στον κήπο στο ασκητήριο του. Η μνήμη αυτή η τόσο καθοριστική δεν τον άφηνε κάθε μέρα μέχρι που το σώμα του αναπαύτηκε εκεί την Πέμπτη 16 Ιουλίου 1998.
Παρέμεινε στο Άγιον Όρος από το 1978 μέχρι το 1998, το έτος ανάπαυση του, και ήταν γνωστός για ασκητισμό του και την πνευματική αγωνιστικότητα του. Έγινε, με τη χάρη του Θεού, ένας διάσημος πνευματικός πατέρας στο Άγιον Όρος και στην Ελλάδα, και ένθερμος υποστηρικτής της επιμελούς πρακτικής του μυστηρίου της Εξομολογήσεως. Ήταν γνωστό ότι είχε αποκτήσει τη φήμη του αρίστου, έμπειρου και θεόπνευστου Πνευματικού, κάτι που λίγοι έχουν στο Αγιον Όρος.
Στη διάρκεια της ζωής του, έγινε επίσης μια ζωντανή γέφυρα μεταξύ της Εκκλησίας της Αντιοχείας και του Αγίου Όρους. Συχνά είπε, "εκπροσωπώ την Αντιόχεια στο Άγιο Όρος", και ήταν περήφανος για αυτό. Πολλοί χριστιανοί του Λιβάνου, αλλά και αραβόφωνοι χριστιανοί των Πατριαρχείων Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, καθώς και άλλοι που ήρθαν από το Νέο Κόσμο ερχόντουσαν να λάβουν την ευλογία του και να ζητήσουν τη συμβουλή του.
Έκανε επίσης μια σειρά από σύντομα ταξίδια στη χώρα καταγωγής του, το Λίβανο, καθώς και τη Συρία, την Ιορδανία και την Αίγυπτο. Χάρη δε σε Εκείνον έχουν δημιουργηθεί στο Λίβανο τέσσερα μοναστήρια τρία ανδρικά και ένα γυναικείο, πολύ πνευματικά και αποτελούν πια φάρους για την πνευματική αναγέννηση του Λιβάνου.
Επίσης είναι γνωστή η βοήθεια που πρόσφερε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπως στη Λέσβο όπου εξομολογούσε επί δεκαετία περίπου συμβάλλοντας καθοριστικά στην αναβίωση της αυθεντικής πνευματικότητας της Λέσβου....θα επανέλθουμε εν καιρώ στην ευλογία αυτή
Ας μας ακολουθούν οι προσευχές του στην δύσκολη εποχή αυτή που ζούμε…
Αμήν...γένοιτο…!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://ahdoni.blogspot.com/2010/07/16071998.html

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

"ΟΡΟΣ ΑΓΙΟ-ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ" (Απόσπασμα-βιβλίου)

Δύσκολο πράγμα να πείσεις τον άλλον πώς στο Άγιο Όρος δεν υπάρχουν μάγοι και θαυματοποιοί.


Πόσο θεωρητικοί είμαστε στην πίστη οι Χριστιανοί: Πόσο περιμένουμε απ’ τους άλλους να υποδείξουν λύση στα δικά μας προβλήματα τη στιγμή πού τη λύση των προβλημάτων την κρατάμε οι ίδιοι στα χέρια μας;»


Ρώτησα τον ασκητή να μου πει αν τον κουράζουν οι συχνές επισκέψεις ανθρώπων από τον κόσμο κι εκείνος απάντησε:

«Ο καλόγερος πρέπει συνέχεια να μοχθεί. Δε με κουράζουν οι άνθρωποι. Με συγκλονίζει το ότι πολλοί χριστιανοί δεν είναι σε θέση να καταλάβουν μια πολύ απλή αλήθεια: Όλοι εμείς εδώ στο Άγιο Όρος δεν είμαστε Άγιοι και δεν κάνουμε θαύματα, αλλά αμαρτωλοί πού φύγαμε απ’ τον κόσμο από επιθυμία να ζήσουμε μια λιγότερο «χαμοζωή και δουλοζωή». Πολλοί έρχονται εδώ και άλλοι μου γράφουν περιμένοντας να τους δώσω εγώ λύση στα προβλήματα πού οι ίδιοι αντιμετωπίζουν. Ο ένας θέλει να του πω αν το κορίτσι πού γνώρισε κάνει γι’ αυτόν και αν πρέπει να το παντρευτεί. Ο άλλος ρωτάει πάσο παιδιά έχει καθήκον να κάνει ο χριστιανός. Άλλοι ζητούν να τους πω αν είναι αμαρτία θανάσιμη να πάρουν αντίδωρο όταν έχουν πιει ένα ποτήρι γάλα και άλλοι ρωτάνε αν υπάρχουν στο Άγιο Όρος βότανα πού θεραπεύουν αποτελεσματικά τη στειρότητα. Πολλά προβλήματα έχει ο κόσμος… Φοβερές οι προλήψεις και οι προκαταλήψεις στις όποιες πιστεύει… Δύσκολο πράγμα να πείσεις τον άλλον πώς στο Άγιο Όρος δεν υπάρχουν μάγοι και θαυματοποιοί, αλλά αμαρτωλοί πού ψάχνουν να βρουν το Θεό με μετάνοια, νηστεία και προσευχή…».

Εικόνα


Ανεβαίνοντας από τα Καρούλια στα Κατουνάκια, είδα στην άκρη του δρόμου μια πινακίδα πού έγραφε: «Μην ενοχλείτε. Δεν δέχομαι επισκέψεις». Μου φάνηκε στ’ αλήθεια παράξενο και το θεώρησα καυτερή ειρωνεία γιατί παρόμοιες επιγραφές δεν είναι καθόλου συνηθισμένες στο Άγιο Όρος όπου η φιλοξενία παρέχεται στον καθένα με τρόπο αβραμιαϊο και όπου οι πάντες — ακόμα και οι αιρετικοί και οι αλλόθρησκοι — είναι ευπρόσδεκτοι στο τραπέζι των μοναχών, θέλησα να μάθω ποιος είναι ο συντάκτης αυτών των απωθητικών λέξεων και τι ήταν εκείνο πού τον έκανε έτσι δημόσια, ανοιχτά καί με τρόπο ελάχιστα παρηγορητικό να δηλώσει πώς η επαφή με τους κοσμικούς του δημιουργεί πανικό κι αλλεργία. Γιατί τάχα να πίστευε πώς συνιστούσε κακούργημα και πράξη ανόσια το να περάσει το δικό του κατώφλι κάποιος πού ζει μέσα στον κόσμο και του οποίου ή στολή της ψυχής είναι συγκαλυμμένη από αδυναμίες και πάθη;

Περίμενα ώρα πολλή για να δω τον γέροντα ασκητή τον Κατουνακιώτη. Οι υποτακτικοί του «ορκίζονταν» πώς ο γέροντας είναι πολύ άρρωστος και δεν δέχεται επισκέψεις. Τελικά, μπόρεσα να μιλήσω μαζί του σε μια στιγμή πού βγήκε από το σπίτι για να πάει στην τουαλέτα πού βρισκόταν λίγα μέτρα κάτω απ’ το δρόμο. Ψηλός, κάτασπρος, γεροδεμένος, ασκητικός και καλωσυνάτος, ακέραιος από την επιδρομή του χρόνου, άφθαρτος και αλώβητος από την επέλαση του κομφορμίστικου συμβιβασμού καί του ιδεαλισμού, το ‘βλεπες καθαρά πώς πάνω του είχε κάτι το εξωγήινο και το υπέροχα ζηλευτό πού τον διαφοροποιούσε από την υπόλοιπη άκτιβιστική οικουμένη και τον περιφρουρούσα από την ανθρώπινη ματαιότητα.

Ερώτηση: Μερικοί λένε πώς είσαστε Άγιος και ότι στο Όρος εύκολα συναντάει κανείς τέτοιους Άγιους. Είναι αλήθεια;
Απάντηση: Αλίμονο από τους Αγίους πού η φήμη τους έφτασε στην Αθήνα. Υπάρχουν πραγματικοί Άγιοι πού βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τις πολυκατοικίες και τα χωριά. Έτυχε να γνωρίσω πολλούς τέτοιους Άγιους πού ζούνε στον κόσμο.

Ερώτηση: Ενώ στο Άγιο Όρος η φιλοξενία είναι κανόνας, σεις έχετε βάλει έξω από το σπίτι σας πινακίδα με την οποία προειδοποιείτε τους ξένους ότι οι επισκέψεις σας ενοχλούν. Είναι αυτό χριστιανικό;

Απάντηση
 : Εγώ δεν είμαι καλός χριστιανός. Πιστεύω όμως πώς η αλήθεια πρέπει να λέγεται ανοιχτά. Δεν με κουράζουν οι άνθρωποι των οποίων κι εγώ με τον τρόπο μου ζω τα προβλήματα πού αντιμετωπίζουν. Με στενοχωρεί όμως αφάνταστα, όταν βλέπω ανθρώπους να θεοποιούν συνανθρώπους τους και χριστιανούς να απαιτούν από σένα να γίνεις κοσμοδιορθωτής. Δεν βρίσκομαι σε σχέση εχθρότητας με τους ανθρώπους πού περνούν από δω αλλά κάτι πού ο ίδιος χρειάζομαι και πού ίσως κι αυτοί για το ίδιο να ψάχνουν, είναι η σιωπή και ή ησυχία.

Ερώτηση: Ναι. αλλά αν αυτό πού κάνετε σεις το κάνουν όλα τα μοναστήρια, οι σκήτες και τα κελιά, τότε οι προσκυνητές θα βρεθούν ξαφνικά μέσα στο δρόμο. Είναι αυτό σωστό;
Απάντηση: Δέστε τα πετεινά τ’ ουρανού. Δε σπέρνουν και δε θερίζουν κι όμως ο θεός δεν τ’ αφήνει ποτέ να χαθούν. Είναι ποτέ δυνατό να γίνει διαφορετικά με τον άνθρωπο;

Στην ερώτηση, αν το κήρυγμα της Εκκλησίας στον τόπο μας, σήμερα, διατηρεί το βαθμό παραγωγικότητας πού θα έπρεπε, δεν πήρα απάντηση γιατί ο ασπρομάλλης αναχωρητής πού μια ζωή τώρα θητεύει στην άσκηση και τη σιωπή, μου ‘κανε νόημα πώς έπρεπε να πηγαίνω. Δεν με κέρασε τσίπουρο, δεν μου ‘δωσε καφέ και λουκούμι, δεν μου ‘πε καν να μπω μέσα για να ξαποστάσω λιγάκι. Ωστόσο. Έφυγα δίχως την παραμικρή δυσφορία και δίχως αισθήματα ανασφάλειας για το δρόμο πού είχα ακόμα μπροστά μου να διανύσω και το σκοτάδι πού είχε αρχίσει ανεξιχνίαστα να φουντώνει στις γύρω πλαγιές. Έφυγα με την ικανοποίηση και τη σιγουριά πώς ήταν άνθρωπος άλλης απόχρωσης τούτος ‘δω ο καλόγερος πού θέλει να ζει ξεχασμένος στα Κατουνάκια…


Από το βιβλίο του ΤΑΣΟΥ ΜΙΧΑΛΑ
«ΟΡΟΣ ΑΓΙΟ-ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ»

Υπήρχαν λεπροί και στο Άγιο Όρος


Υπήρχαν λεπροί και στο Άγιο Όρος

Zambaco Paşa: Οι λεπροί στο Άγιο Όρος (1891)


Mε μια πολύ ελεύθερη μετάφραση, σας μεταφέρουμε τις ταξιδιωτικές εμπειρίες ενός Γάλλου περιηγητή, αλλά και γιατρού συνάμα το 19 αιωνα στο Άγιον Όρος…όπου μέσα από την ορθολογιστική προσέγγιση του θέματος ξεπηδά η “τρελή” για τα σημερινά δεδομένα αντιμετώπιση των ασθενών από τους υγιείς μοναχούς του Αγίου Όρους….μια αντιμετώπιση εντελώς Ορθόδοξη ,Αγιορείτικη, με γνώμονα την παρηγοριά του αδελφού και ασπίδα για την ασθένεια το ” έχει ο καλός Θεός”…και βλέπουμε ότι κανείς από τους υπηρετούντες δεν ασθένησε…
σας το παραθέτουμε ......





Ο δρ Zambaco Paşa ταξιδεύει μεταξύ των λεπρών, Παρίσι, 1891 

Πηγή: Εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλίας 

Στις σελίδες 219-238 του εγγράφου αυτού, βρίσκουμε πληροφορίες του δέκατου ένατου αιώνα, από ένα Γάλλο γιατρό - δεν είχε απολύτως κανένα γιατρό ακόμη εκεί -στο νοσοκομείο λεπρών που ήταν κοντά στο μοναστήρι των Ιβήρων στο Άγιον Όρος. Θα δούμε ότι οι μοναχοί ενδιαφερόντουσαν και είχαν κοινή ζωή με αυτούς τους σοβαρά άρρωστους με μεγάλη πίστη - "χωρίς καμία επιφύλαξη…. τα τελευταία πενήντα χρόνια , Οι μοναχοί της μονής Ιβήρων κατασκεύασαν ένα άσυλο για τους λεπρούς , οι οποίοι προηγουμένως ζητούσαν καταφύγιο στα δάση του Αγίου Όρους, και αυτό οδηγούσε σε μια ζωή άγρια με σίτιση από βότανα και ρίζες!


Το λεπροκομείο είναι 10 λεπτά μακριά από το μοναστήρι. Βέβαια η κατάσταση του λεπροκομείου είναι μακριά από αυτά που υπήρχαν τότε στις πολιτισμένες χώρες, ωστόσο, το λεπροκομείο ήταν ένα πολύ καλό καταφύγιο για να βρουν μια στέγη και η παρεχόμενη τροφή στους ασθενείς, που λόγω της ασθένειας τους δεν μπορούσαν να ζήσουν μόνοι, και τους εμπόδιζε να πεθαίνουν από την πείνας και τέλος, είχαν μια ιατρική φροντίδα απαραίτητη για τη κατάσταση τους.






















Το λεπροκομείο είναι υπό την προστασία των Αγίων Αναργύρων και το κόστος, λειτουργία του ήταν, έξι χιλιάδες φράγκα ετησίως. Βρίσκεται σε ένα γραφικό μικρό λόφο, περιτριγυρισμένο από αιωνόβια δέντρα τα οποία είναι ιδανικό καταφύγιο από τη υπερβολική ζέστη των ακτίνων του ήλιου το καλοκαίρι, με θέα στην εξοχή, όπου το θυμάρι δημιουργούσε ένα χαλί και υπήρχαν όλα τα είδη άγριων λουλουδιών με φωτεινά χρώματα και γλυκό άρωμα κατά τη διάρκεια της άνοιξης.

Το ακίνητο αποτελείται από ισόγειο και επτά δωμάτια. Κάθε δωμάτιο έχει ένα παράθυρο και ένα τζάκι για τη θέρμανση το χειμώνα. Ένα θερμοκήπιο εξυπηρετεί τους ασθενείς που θέλουν να περπατήσουν όταν βρέχει. Υπάρχει και ένα μικρό εκκλησάκι ίδιας κατασκευής όπως και το υπόλοιπο κτήριο. Ο κήπος χωρίζεται σε δύο μέρη, ένα για την καλλιέργεια των λαχανικών και ένα για τα λουλούδια, ώστε να έχουν ευχάριστη απασχόληση οι ασθενείς.

Ο αριθμός των λεπρών που ζουν σε αυτό το λεπροκομείο ποικίλλει από 8 έως 20. Αυτά είναι όλα ωραία, αλλά αυτό που κάνει άσχημη εντύπωση, είναι η έλλειψη καθαριότητας του σώματος, τα είδη ένδυσης και διατροφής των εν λόγω δυστυχών ανθρώπων, η βρωμιά τους σε όλα τα πράγματα είναι φοβερή και η τροφή τους αποτελείται από παστά ψάρια και αποξηραμένα λαχανικά ή πρασινάδα - πάντα με ελαιόλαδο - οστρακοειδή, χταπόδι, κλπ.. Αυτή είναι πράγματι η διαιτητική διατροφή τους και ούτε αυγό ούτε γάλα διαθέτουν λόγω της απόλυτης απουσίας των ζώων που μπορούν να γεννήσουν τα αυγά ή να γεννήσουν τα ζώα.

Καταλαβαίνουμε ότι σε αυτές τις αξιοθρήνητες συνθήκες υγιεινής οποιαδήποτε προσπάθεια, για τη θεραπεία αυτών των ασθενών, είναι αδύνατη.

Αυτοί όμως οι λεπροί, δεν είναι απομονωμένοι, μολονότι παραμένουν σε ειδικό κτίριο. Μοναχοί και ασκητές τους επισκέπτονται συνεχώς. Συχνά για να περάσουν αρκετές ημέρες ανάμεσά τους, μοιράζονται τα γεύματα τους, τη στέγαση κ.α. Συχνά φορούν ρούχα των λεπρών, σεντόνια και φανέλες των τελευταίων, γεμάτα ξερό πύον από τις πληγές και έλκη. Μεταξύ αυτών υπάρχουν ασκητές που επιδίδονται σε αυτές τις πρακτικές εδώ και πολλά χρόνια χωρίς καμία επιφύλαξη. Κανείς τους όμως δεν κόλλησε τη ασθένεια της λέπρας, παρά την επιθυμία τους να ταπεινώσουν τη σάρκα με την απόκτηση μιας σκληρής και ανίατης ασθένειας, ως θυσία προς τον Κύριο που πονάει όποιον αγαπά.



Ιερείς που συνδέονται με το άσυλο έχουν παραμείνει μεταξύ των λεπρών για δεκαπέντε ή και τριάντα χρόνια, συνεχώς τρώνε μαζί και διάγουν τη ζωή κοινά, όλοι όμως είναι σώοι και αβλαβείς. Άξια παρατήρησης που περιγράφονται στο τέλος αυτού του κεφαλαίου και παρατηρήθηκαν από το Δρ Phanouriadi πχ ο ασθενής αριθ. 8 είχε στη δική του υπηρεσία για εννέα χρόνια, έναν νεαρό υπάλληλο, ο οποίος διέμενε και κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο, χρησιμοποιούσε τα ίδια σκεύη έπινε από το ίδιο κύπελλο. Ένας δεύτερος νεαρός συνδεόταν με άλλο ασθενή για δεκατρία χρόνια έχοντας κοινή ζωή. Αλλά οι νέοι άνδρες όμως αυτοί ήταν σώοι και σε μια υγιέστατη κατάσταση.

Εν ολίγοις, είπε ο συνάδελφός μας ο Δρ Phanouriadi, παρατηρήθηκε ότι τα τελευταία πέντε χρόνια σ΄αυτή την ομάδα λεπρών , κανένας από τους πολλούς ανθρώπους που παρακολούθησαν τους λεπρούς που ζούσαν εκεί, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, δεν είχει κολλήσει λέπρα.

Πριν από μερικά χρόνια αναφέρεται , ένας λεπρός πρόσφερε δείπνο σε ένα εφημέριο και τον διάκονο του. Ο ασθενής λεπρός είχε έλκη στα χέρια του, αλλά έκανε αυτός όλες τις εργασίες του νοικοκυριού, όπως το σερβίρισμα στο τραπέζι κ.λ.π…. Κατά το σερβίρισμα λοιπόν μερικές σταγόνες πύον έσταξαν από τις πληγές αυτές μέσα στη σούπα. Ο εφημέριος επέπληξε τον απρόσεκτο λεπρό, αλλά δεν αρνήθηκε να φάει τη σούπα με τα καρυκεύματα.!!!!!

Οι τρόφιμοι του ασύλου Ιβήρων προερχόταν από την Ιερισσό, τη Πελοπόννησο, τη Μυτιλήνη, το Βόλου, το νησί της Θάσου, τη Κάλυμνο, κλπ.. Ο Δρ Phanouriadi, γιατρός του Αγίου Όρους, μας είπε ότι η κληρονομικότητα είναι παραδεκτή από όλους εκεί.. Μερικές φορές αιτία ήταν ο πατέρας, τις περισσότερες φορές η μητέρα, ή γιαγιά, ή ο παππούς που ήταν λεπροί. Όμως, ο αγαπητός συνάδελφός μας, μας παραθέτει στοιχεία που δείχνουν ότι οι λεπροί γονείς έχουν ενίοτε παιδιά υγιή και ελεύθερα μέχρι την ηλικία που τα συνάντησε . Οι περιπτώσεις που ήταν πιο συχνές, είχαν τον πατέρα λεπρό, και τη μητέρα υγιή. Τα πρώτα συμπτώματα της νόσου εμφανίζονταν εδώ, σε ηλικίες από 8-20 ετών. Ο Δρ Phanouriadi δεν είχε γνωρίσει ποτέ μικρά παιδιά που έπασχαν από λέπρα. Η λέπρα phymatode είναι η πιο συνηθισμένη μορφή.

Με τη Λέπρα trophonévrosique μπορουν να ζήσουν και να γεράσουν. Υπήρχε σ ένα μοναστήρι ασθενής ηλικίας ογδόντα χρόνια και ήταν λεπρός από το τριακοστό έτος . Άλλοι που είχαν την ασθένεια αντιστάθηκαν για τριάντα πέντε, ακόμα και πενήντα πέντε χρόνια.

Όλοι οι ασθενείς με λέπρα, χωρίς εξαίρεση, ανήκαν σε οικογένειες ναυτικών και αγροτών, που υπέφεραν, όπως λέει ο συνάδελφός μας, από την παιδική τους ηλικία από όλα τα είδη των στερήσεων. Άσχημα ντυμένοι, χωρίς θέρμανση το χειμώνα, ήταν ευάλωτοι στις αντιξοότητες του καιρού και υπέφεραν την πιο άθλια φτώχεια.

Στους τόπους καταγωγής των ασθενών της μονής Ιβήρων, η λέπρα θεωρούνταν μεταδοτική. Ο φόβος του πληθυσμού είναι τόσο μεγάλος αντικρίζοντας έναν λεπρό, που τους εξόριζαν , πάντα μακριά από τόπους όπου σύχναζε ο κόσμος . Τέτοιου είδους δολοφονίες διαπράχθηκαν όταν λεπροί, που τους είχαν γίνει αυστηρές συστάσεις απομόνωσης, παραβίασαν την εντολή και εισήρθαν σε χώρους όπου ζούσαν υγιείς.

Ωστόσο αναφέρεται , υπάρχουν περιοχές που δεν είχαν απομονωθεί οι λεπροί και ζούσαν και λάμβαναν τα γεύματά τους με τους υγιείς ανθρώπους χωρίς καμία προφύλαξη. Αλλά καμία γυναίκα δεν ήθελε να παντρευτεί έναν λεπρό, Εάν, μετά το γάμο, ο ένας σύζυγος γινόταν λεπρός, ο υγιής σύζυγος μπορούσε να ζητήσει διαζύγιο. Αλλά πιο συχνά οικογένειες με λεπρούς εξακολουθούσαν να ζουν χωρίς καμία καταγγελία , και προσχωρούσαν και στην απόκτηση παιδιών.

Όλοι οι λεπροί του Αγίου Όρους ξέρανε ότι η κακή διατροφή , ειδικά με χοιρινό κρέας, λάδι, παστά ψάρια, χέλια, και με τα οποία έκαναν κατάχρηση, ήταν πολύ επιβλαβής για την υγεία τους. Φοβόντουσαν, επίσης, το κρύο και την υγρασία, αφού επιδεινώνονταν η κατάστασή τους πάντα.

+ + +

Ευχαριστούμε το ahdoni.blogspot.com για την δημοσίευση αυτού του εξαιρετικού άρθρου και μετάφρασή του.

Περί Εφημεριών εν Κωνσταντινουπόλει.


Περί Εφημεριών εν Κωνσταντινουπόλει. (Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας)





Περί Εφημεριών εν Κωνσταντινουπόλει.
(Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου,
Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας)

Σεβασμιώτατε  δέσποτα, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και συλλειτουργοί, ευχαριστώ πολύ που με καλέσατε για να σας ομιλήσω. Δεν έρχομαι εν σοφία λόγων, ούτε ως επιστήμων θεολόγος, ούτε για να τριχάσω την τρίχα.

Είμαι ένας καλογερόπαπας και απευθύνομαι σε παπάδες, με την παλαιά έννοια του όρου «παπάς», κι όχι με την μειωτική που μας αποδίδουν σήμερα με την λέξι «παπαδαριό». «Παπάς» είναι λέξις τιμητική και είναι χαϊδευτικό της λέξεως «πατήρ», και μετάφρασις της αραμαϊκής λέξεως «αββάς». Και η λέξις «παπάς» ή «παπίας» δεν είναι μακρυά ετυμολογικώς από την λέξι «πάπας» που τόσον έχει παρεξηγηθή εξ αιτίας της χρήσεώς της από τον επίσκοπο Ρώμης.

Τονίζω ότι ιερομόναχοι και έγγαμοι πρεσβύτεροι είμεθα ένα· άνευ διακρίσεως «αγιότητος». Είμαι παπάς, είσθε παπάδες. Είμαι πρεσβύτερος, είσθε πρεσβύτεροι.

Δεν υπάρχει στην Εκκλησία του Χριστού διάκρισις μεταξύ έγγαμου και άγαμου κλήρου. Όπου υπάρχει διάκρισις, εκεί υπάρχει αίρεσις. Διότι μια φορά, θυμάμαι, κάποιοι αρχιερείς οι οποίοι προέρχονταν από οργανώσεις είχαν επισκεφθεί το Μοναστήρι που ήμουν καλόγηρος. Και λέγει τότε ο οικείος επίσκοπος, μακαριστός πλέον τώρα, πως την επομένη ημέρα θα ετελείτο μια «παρθενική Λειτουργία». Του λέγω:

-Τι εννοείτε; Μου απαντά:

-Θα λειτουργήσουμε μόνον εμείς οι άγαμοι.

-Συγγνώμη, μα εγώ δεν θα λειτουργήσω, δεν θα έρθω.

-Γιατί; ερωτά. Και του απαντώ:

-Πρώτον, διότι αυτό είναι εγκρατιτική αίρεσις, δεύτερον διότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν την διάκρισι μεταξύ άγαμου και έγγαμου επί ποινή αφορισμού, και τρίτον διότι εγώ δεν είμαι παρθένος.

Εκεί τινάχτηκε! Λέει:

—Τί εννοείς;

—Εννοώ πως αν ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «Και γυναίκα ού γινώσκω και παρθένος ούκ ειμί», εγώ δεν μπορώ να ισχυρισθώ πως είμαι παρθένος. Εξάλλου η Εκκλησία του Χριστού, εκ των ανδρών μόνον ένα ονόμασε Παρθένο∙ τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή. Οι υπόλοιποι είμαστε καθ’ υπόνοιαν «παρθένοι».

Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί μου, αισθάνομαι πολλήν την οικειότητα ανάμεσά σας. Άλλωστε να ξέρετε πως οι καλύτεροί μου φίλοι είναι οι έγγαμοι κληρικοί. Και χαίρω ιδιαιτέρως όταν έρχονται στο Μοναστήρι μας και λειτουργούν. Διότι δεν είναι σωστό κάποιοι αρχιμανδρίτες των 20 και 25 χρόνων να περιφρονούν κληρικούς έγγαμους 80 – 85 χρόνων.

Αλλά «περί την νύσσαν τον πώλον κεντώ» για να θυμηθώ το άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο

Ο νους μου πετά προς την Κωνσταντινούπολι την αγαπημένη. Εκεί θέλω να μεταφέρω και την αγάπη σας. Δεν θα σας μιλήσω για τους ναούς της, ούτε για τ’ αγιάσματά της, ούτε για τα κάστρα της. Δεν θα σας μιλήσω ούτε για τον Πατριάρχη και την Πατριαρχική αυλή. Γι’ αυτά μιλούν πολλοί και έχουν γράψει πολλά και γράφουν εισέτι.

Θα σας απασχολήσω με κάτι που κανείς μέχρι τώρα δεν καταπιάστηκε. Θα σας μιλήσω για συναδέλφους. Για τους δικούς σας ανθρώπους. Για τους παπάδες της Πόλης. Γι’ αυτούς τους ήρωες για τους οποίους κανείς δεν ομιλεί, κανείς δεν γράφει. Θα σας μιλήσω για όσα έχω ακούσει, για όσα έχω δή, για όσα οι ίδιοι μου έχουν διηγηθή. Ιερείς με οικογένειες, σε μακρυνές ξεχασμένες ενορίες, χωρίς ενορίτες, σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό. Ιστορίες άγνωστες, άλλες συγκινητικές, άλλες ηρωικές, αλλά όλες ενδιαφέρουσες. Φυσικά θα αναφερθώ ενδεικτικά, σε πολύ λίγα, διότι δεν θα ήτο δυνατόν να αναφέρω στην αγάπη σας όλα όσα γνωρίζω.

Για να κάνουμε και μια σύγκρισι μεταξύ αυτών και ημών. Διότι παραπονούμεθα πολλάκις αλλά χωρίς λόγο και αιτία.

Ζούν οι ταπεινοί λευίτες της Κωνσταντινουπόλεως σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Δεν γνωρίζουν από που και από ποιόν θα έρθη η βρισιά, η πέτρα, το φτύσιμο. Λίγο να διαταραχθούν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αυτοί πληρώνουν τα σπασμένα.

Επίσης γνωρίζουν ότι εκεί είναι μόνιμοι. Κάθε φυγή προς τα εδώ ή το εξωτερικό σημαίνει καθαίρεσις. Και όμως μένουν εκεί από του χρέους μη κινούντες. Ωσάν τον στρατιώτη μιας πύλης στην Πομπηΐα. Η λάβα του Βεζούβιου ήρθε και τον εκάλυψε, μα εκείνος έμεινε ακίνητος φρουρός μιάς διαταγής· να μη εγκατάλειψη την πύλη. Και στις ανασκαφές βρέθηκε πετρωμένος απ’ την λάβα με το δόρυ στο χέρι, στην πύλη.

Ο εφημέριος της Παναγίας στο Πέραν μου έλεγε πριν μερικά χρόνια: «Είμαι εδώ εφημέριος επί 54 χρόνια». Αν ζη πρέπει να έχη ξεπεράση τα 60 χρόνια ιερατικής διακονίας. Και είδε δόξες να περνούν και να χάνονται…

Εμείς πολλές φορές έχουμε σαν όνειρο την συνταξιοδότησι. Να πάρουμε σύνταξι να γλυτώσουμε από τριμηνίες, προϋπολογισμούς και απολογισμούς. Γνώρισα τον πατέρα Φιλόθεο στην ηλικία των 92 ετών. Ήτο εφημέριος στον Άγιο Γεώργιο Εδίρνε Καπού (στην Πύλη της Αδριανουπόλεως). Ενορίτες; Αυτός, η παπαδιά του και μία κόρη, αν δεν απατώμαι. Ψάλαμε μαζύ σε μια Προηγιασμένη στο Αγίασμα των Βλαχερνών. Εθαύμασα την αντοχή του στο ψάλσιμο, παρ’ όλη την προχωρημένη ηλικία του. Μετά την απόλυσι, τον ερώτησα:

-Είσθε συνταξιούχος; Μου απήντησε:

Εμείς εδώ δεν γνωρίζουμε τι έστι σύνταξις· πεθαίνουμε στο Θυσιαστήριο!

Μετά τρία έτη έμαθα ότι εκοιμήθη. Όμως εκοιμήθη ως λειτουργός. Στο Θυσιαστήριο, από του χρέους μη κινών.

Ύστερα από το διάταγμα του Κεμάλ το 1934 η ρασοφορία εκτός του ναού απαγορεύεται. Οπότε οι ιερείς κυκλοφορούν με πολιτικά και εισερχόμενοι εις τον ναόν φορούν ράσο και καλυμαύχι. Διευκρινίζω πως η ρασοφορία έκτοτε απαγορεύθηκε για τους τούρκους υπηκόους και μόνον, κι όχι δι’ όσους απλώς επισκέπτονται την Τουρκία (εξ Ελλάδος φερ’ ειπείν ή όπου αλλού). Ενθυμούμαι, λοιπόν, τον μακαριστόν π. Μελέτιο Σακκουλίδη, τον Μεγάλον Οικονόμον. Ήτο εφημέριος σε 11 ναούς της περιφερείας Υψωμαθείων. Έζησε τα δραματικά γεγονότα του ’55 στους Αγίους Θεοδώρους Βλάγκας. Αυτός ποτέ δεν εκάθισε σε ώρα ακολουθίας η Θείας Λειτουργίας. Μέχρι τέλους. Και εντύπωσι μου είχε κάνει μεγάλη διότι δεν έκρυβε ποτέ την ιερωσύνη του. Και γένεια έτρεφε και κόμη διατηρούσε. Μάλιστα δε ο μακάριος εκείνος στο αριστερό πέτο του σακακιού του είχε πάντοτε καρφιτσωμένο ένα χρυσό σταυρό. Και πάντα έτσι κυκλοφορούσε εν μέσω αλλογενών και αλλοθρήσκων· με τον σταυρό να λάμπει.

Αυτό το διάταγμα του Κεμάλ, έφερε σε πολύ δύσκολι θέσι τους εφημέριους τότε, αλλά και τους πιστούς. Έχει καταγραφεί ότι ο Πατριάρχης Φώτιος ο Β’ (επί του οποίου βγήκε το διάταγμα) ουδέποτε εξήλθε του Πατριαρχείου, αρνούμενος και μη ανεχόμενος να συνοδεύεται από παντελονοφόρους κληρικούς.

Ο μακαριστός π. Γεώργιος Οκουμούσης εφημέριος στην Ίμβρο (εκοιμήθη πέρυσι) μου εδιηγείτο τα εξής: «Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Όταν ήλθε ειδοποίησις από το Πατριαρχείο να βγάλουν οι ιερείς τα ράσα, να περιορίσουν κατά το δυνατόν την γενειάδα και να κόψουν την κοτσίδα (για να μη δίδουν στόχο, διότι τα πράγματα τότε ήσαν πολύ άγρια και επικίνδυνα) έπεσε θρήνος στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν ιερεύς στους Αγ. Θεοδώρους και έπρεπε να συμμορφωθή. Με κλάμματα η μητέρα μου παπαδιά πήρε το ψαλίδι, έκοψε την κοτσίδα και την τοποθέτησε σ’ ένα κουτί. Την έβαλε κάτω άπ’ τα εικονίσματα, και όταν ο πατέρας μου εκοιμήθη, το μόνο κτέρισμα που τον συνώδευσε στον τάφο ήσαν τα μαλλιά του, η κοτσίδα του»…

Είπα και προηγουμένως· οι κίνδυνοι ελλοχεύουν πάντοτε. Οι ιερείς είναι στο στόχαστρο. Ας κυκλοφορούν με πολιτικά, τους διακρίνουν αμέσως. Ακόμα, θυμηθείτε, αγνοείται η τύχη του πτώματος του Ηγουμένου του Μπαλουκλή Χρύσανθου. Κάποιο πηγάδι κρατάει το μυστικό του βασανισμού του… Ο τέως Μέγας Εκκλησιάρχης π. Σεραφείμ όταν ήτο διάκονος, λειτουργούσε σε κάποιο ναό της περιφερείας του Βοσπόρου. Θες από άγνοια του κινδύνου, θες από αφέλεια φόρεσε γαλάζια διακονική στολή. Ήταν η εποχή μετά τα Σεπτεμβριανά. Ξαφνικά εισβάλλουν στον ναό τραμπούκοι εγκάθετοι και απήτησαν με κραυγές, βρίζοντας και απειλώντας, να βγάλη τα άμφια που θύμιζαν Ελλάδα…

Μου έλεγεν ο μακαρίτης παπα-Νεόφυτος εφημέριος στο Μπαλουκλή: «Κάποιος Χριστιανός με χάρισε ένα ρολόι χειρός που είχε στο κέντρο την Παναγία. Το φόρεσα και μπήκα στο λεωφορείο για να πάω στο σπίτι μου στα Ταταύλα. Το λεωφορείο γεμάτο ήταν, θέσεις δεν είχε, και στεκόμουν όρθιος. Πιάστηκα από την χειρολαβή να μη πέσω, τραβήχτηκε το μανίκι καί φάνηκε το ρολόϊ. Σαν κοράκια, σαν όρνια έπεσαν επάνω μου να με γδάρουν. Είδα κι έλαβα να γλυτώσω από τα χέρια τους. Και από τότε το έχω στην τσέπη του σακακιού μου». Εκείνο, αδελφοί μου, που είναι πολλές φορές ανυπόφορο για τους ιερείς της Πόλεως είναι η μοναξιά. Χωρίς οικογένεια, χωρίς ενορίτες.

Περιμένω μια φορά στον διάδρομο έξω από το Πατριαρχικό Γραφείο να με δεχθή ο Πατριάρχης. Δίπλα μου κάθεται ένας ηλικιωμένος ιερεύς. Περιμένει να δη κι αυτός τον Πατριάρχη. Πιάνουμε κουβέντα. «Είμαι Ίμβριος και εφημερεύω στον Άγιο Φωκά στο Ορτάκιοϊ (Μεσοχώρι). Έχω 15 ενορίτες, απ’ τους οποίους οι μισοί είναι κατάκοιτοι. Δύο θυγατέρες έχω, αλλά στην Αθήνα μένουν. Εδώ πιά μόνος μένω. Έχασα την παπαδιά μου εδώ και δέκα επτά χρόνια. Μόλις πέθανε η παπαδιά μου σκέφθηκα να φύγω. Πως να έμενα πιά μόνος μου, με προβλήματα υγείας… Την ώρα που της έριχνα λίγο χώμα στον τάφο της, πάτερ μου, σαν να άκουσα την φωνή της: -Παπά μου, τόσα χρόνια σε υπηρετούσα πιστά, και τώρα φεύγεις και με αφήνεις μόνη; Ποιος θα μου ανάβη το καντήλι στον τάφο; Κι έτσι, πάτερ, αποφάσισα κι έμεινα μόνος μου δέκα επτά χρόνια, σ’ ένα κελλάκι του ναού, στο οποίο γυναίκα δεν πάτησε∙ μόνος μου τακτοποιούμαι και συντηρούμαι. Όμως έχει πολλά σκαλιά και δεν μπορώ πιά ν’ ανεβοκατεβαίνω. Δεν με βαστούν τα πόδια μου. Έχω και πολλές αρρώστιες… Γι’ αυτό ήλθα στον Πατριάρχη να με αφήση να φύγω, να πάω στις κόρες μου»…

Μπαίνει πρώτος στον Πατριάρχη. Εγώ δεύτερος. Μου λέγει ο Πατριάρχης: «Τον λυπούμαι, έχει πολλές αρρώστιες, είναι ηλικιωμένος, αλλά εάν φύγει θα κλείση ο Άγιος Φωκάς». Απαντώ: «Παναγιώτατε, ολοι έχουμε αρρώστιες. Άλλος λίγες, άλλος πολλές. Αλλά ο πατήρ έχει μια αρρώστια ανίατη∙ την μοναξιά!»…

Μετά από δύο χρόνια εκοιμήθη. Ένας νέος κληρικός εύελπις τον διεδέχθη και λειτουργεί τώρα στον Άγιο Φωκά στο Μεσοχώρι.

Κουβεντιάζω, πριν από χρόνια, με τον τότε εφημέριο της Παναγίας Χαντζεριώτισσας, τον μακαρίτη επίσης π. Γεώργιο. Ενορίται; Ουδείς. Μόνον οι νεωκόροι και αυτοί αραβόφωνοι. Χήρος με μια κόρη με ειδικές ανάγκες. Μου αφηγείται: «Ήλθε, πάτερ, η ημέρα της Πεντηκοστής. Χτύπησα την καμπάνα γιατί έπρεπε να την χτυπήσω· διότι αν δεν την χτυπήσω θεωρείται η εκκλησία έρημη, mazbut, και καταλαμβάνεται από την Γενική Διεύθυνση Βακουφιών. Διάβασα όσα διάβασα, μόνος κι έρημος. Έφθασα στις ευχές της γονυκλισίας. Γονάτισα. Κουτσά – στραβά τις διάβασα. Πήγα να σηκωθώ. Αδύνατον! Τα γόνατά μου δεν με ακολουθούσαν! Σύρθηκα σαν χελώνα μέσα στο ιερό. Βρήκα μια καρέκλα. Πιάστηκα και επιτέλους σηκώθηκα»…

Με μια συντροφιά πήγα προσκυνητής στον ναό του Ευαγγελισμού στο Βαφεοχώριον ή στους Ταξιάρχες Μεγάλου Ρεύματος, δεν ενθυμούμαι καλώς. Μεγάλη χαρά είχε ο εφημέριος που μας είδε. «Ελάτε να σας βλέπουμε! Να ακούμε ελληνικά! Δεν θέλουμε τίποτε. Μόνο λίγο λιβάνι, δυο καθαρές λαμπάδες, ένα πρόσφορο!».

Όμως υπάρχουν στην Πόλι και πολλοί τούρκοι, ίσως οι πλείστοι, που είναι άνθρωποι ταπεινοί, ευλαβείς. Και πολλές φορές ωφελείσαι απ’ αυτούς.

Όταν ο νύν Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου Στέφανος ήτο Αρχιδιάκονος, μπήκε σ’ ένα ταξί για να πάη στους γονείς του, στα Ταταύλα. Κυκλοφορούσε, φυσικά, με τα πολιτικά. Ο ταξιτζής τον κοιτάζει από το καθρεφτάκι και τον ρωτάει, στα τούρκικα βεβαίως:

—Παπάς είσθε;

—Ναι, άπαντα απορημένος (που τον κατάλαβε) ο Αρχιδιάκονος. Ο ταξιτζής κουνώντας το κεφάλι του συνεχίζει:

Εσείς έχετε πολύ δύσκολη δουλειά.

—Εσείς ίσως δυσκολότερη, που όλη μέρα είσθε στο τιμόνι, στους δρόμους.

—Όχι, παπάζ εφέντη, η δική σας δουλειά είναι πιο δύσκολη. Εγώ αν κάνω καμμιά ζημιά θα πληρώσω στο συνεργείο ή στην τροχαία, κι αν κάνω κάτι σοβαρότερο ίσως μπώ και φυλακή. Εσείς, όμως, αν δεν κάνετε όπως πρέπει τα καθήκοντα σας, θα έχετε να κάνετε με τον Αλλάχ! Έκπληξις!

Άλλη περίπτωσις. Στην Αντιγόνη ήταν ένας εφημέριος με πέντε παιδιά. Τα ‘μπλεξε με μιάν Αρμένισσα και παρατάει την οικογένειά του. Το μαθαίνει ο χότζας του νησιού, τον πλησιάζει και τον νουθετεί: «Μεγάλη αμαρτία κάνεις, παπάζ εφέντη! Είσαι ιερεύς. Αυτό είναι μεγάλη υπόθεσις! Έχεις ευθύνη στον Θεό και στο Γένος σου. Τίποτε δεν σας λείπει. Ξέρουμε ότι το Πατριαρχείο σας φροντίζει. Ξανασκέψου το! Ντροπή, γιατί το κάνης αυτό;». Δυστυχώς ο ταλαίπωρος δεν τον άκουσε και καθηρέθη. Το παράδοξον και λυπηρόν του πράγματος είναι ότι αυτός τώρα κάνει τον ξεναγό στην Πόλι, ακόμα και μέσα στο Πατριαρχείο!

Γνωρίζω, όμως, και μια εντελώς αντίθετη ιστορία. Την έζησα προσωπικώς. Μια ιστορία μεγάλης μετανοίας. Φυσικά, δεν θα αναφερθώ σε ονόματα ή ναούς.

Βρίσκομαι σ’ ένα πανηγυρίζοντα ιερό ναό κάπου στην Πόλι. Μέσα στο ιερό βήμα βλέπω ένα (για νεωκόρος μου φάνηκε) που εγνώριζε τα πάντα από τάξη. Άριστος στην διακονία του. Στο τέλος, με την απόλυσι, τον πλησιάζω και τον συγχαίρω:

—Μπράβο! Είσαι ο καλύτερος νεωκόρος που έχω συναντήση!

Αμέσως αυτός άρχισε να κλαίη!

—Μήπως σε προσέβαλα, ζητώ συγγνώμη, του λέγω.

—Όχι, πάτερ. Αλλά δεν είμαι νεωκόρος. Είμαι καθηρημένος διάκονος, και μένω στην Ελλάδα χρόνια τώρα, δουλεύοντας ως καθηγητής.

Συζητήσαμε επ’ αρκετόν. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν ηθικοί λόγοι. Μόνον λόγοι ανυπακοής.

—Άκου, του λέγω, αν διετηρήθης καθαρός, πήγαινε στον Πατριάρχη. Βάλε μετάνοια. Ζήτησε συγγνώμη. Αυτός θα σε δεχθή και θα σε επαναφέρη.

Είπαμε κι άλλα πολλά. Σκορπίσαμε. Μετά από 2-3 χρόνια βρέθηκα πάλι στην Πόλι σε κάποιον άλλο ναό. Διακονούσε ένας διάκονος. Δεν μου πήγε στο νού τίποτε. Μετά την απόλυσι με πλησιάζει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, δακρύζει.

—Δεν με θυμάσαι; Είμαι ο τάδε, κι όλα έγιναν όπως μου είπες!

Τώρα πλέον ως ιερεύς άμισθος υπηρετεί με ζήλο πολύ σε εκκλησία της Πόλης! Καλή του ώρα!

Έχω δε διαπιστώσει ότι καλοί εφημέριοι διεμβολίζουν τους αλλόθρησκους και πολλάκις οι σχέσεις τους είναι φιλικές· εξαιρούνται βεβαίως οι γκρίζοι λύκοι.

Στα Σεπτεμβριανά όλες οι εκκλησίες της Πόλεως και των ομόρων Μητροπόλεων υπέστησαν δηώσεις, καταστροφές και ιεροσυλίες αφάνταστες. Μια, όμως, εγλύτωσε. Ποιά; Οι Άγιοι Απόστολοι στο Φερίκιοϊ.

Το τι θα συνέβαινε εκείνη την φοβερή αποφράδα νύχτα, στους λεγάμενους (στους τούρκους δηλαδή) ήταν γνωστό από ημερών πολλών. Έγινε θέμα συζητήσεως στους θαμώνες του απέναντι του ιερού ναού καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οι τούρκοι μεταξύ τους. Άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιος επεμβαίνει.

—Πρέπει να προστατέψουμε την ρωμαίϊκη εκκλησία, διότι σ’ αυτήν, το ξέρετε όλοι, είναι ένας παπάς που μας βοηθάει στις ανάγκες μας, στις αρρώστιες μας, στην ανέχειά μας.

—Πάψε, ρε! Παραμύθια! λένε οι φωνασκούντες αντιτιθέμενοι.

—Θα σας το αποδείξω! Αμέσως κιόλας. Δεν έχω ούτε μια λίρα πάνω μου, ψάξτε με! Θα πάω στο σπίτι του παπά και θα σας φέρω 500 λίρες!

Πάει, λοιπόν, και χτυπάει την πόρτα. Ζητάει τα χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πως έχει μεγάλη ανάγκη, άρρωστη γυναίκα και άλλα τέτοια. Ο παπάς απαντά:

—Βρε παιδί μου, δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, και μάλιστα τέτοια ώρα. Θα ζητήσω και από τις αδελφές μου, όμως. Περίμενε!

Συγκεντρώνει το ποσόν και του το δίδει. Τότε ο τούρκος τρέχει στο καφενείο και κρατώντας τα χρήματα στα χέρια του ψηλά και δείχνοντας τα φωνάζει στους ομοφύλους του:

—Βλέπετε, όλοι; Αυτός είναι ο παπάς!

Έτσι, λοιπόν, εκείνο το φρικτό βράδυ του 1955, όλοι οι τούρκοι γείτονες περικύκλωσαν την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όταν άρχισαν να έρχονται οι παρακρατικοί τραμπούκοι και ο μαινόμενος όχλος με ρόπαλα και μαχαίρια, βρήκαν τους ομοθρήσκους τους να προασπίζονται αποφασισμένοι τον ιερό ναό· «θα περάσετε πάνω άπ’ τα πτώματά μας και ύστερα θα πειράξετε τον ναό και τον παπά»!

Το όνομα του εφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Άνους» κατά τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ταπεινός και απέριττος, ευλαβής και αφανής. Ποιος Δημήτριος; Ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος! Από τους καλυτέρους Πατριάρχας του 20ού αιώνος!

Ας είναι αυτά τα ολίγα, ταπεινό μνημόσυνο γι’ αυτόν τον υπέροχο Πατριάρχη!

Υπάρχουν, αδελφοί συλλειτουργοί, και άλλα πολλά. Ενθυμούμαι όμως τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που λέγει ότι ο λόγος δεν πρέπει να γίνεται «αηδής διά τον κόρον» διό και τελειώνω εδώ.

Αυτοί οι πρεσβύτεροι αξίζουν τον θαυμασμό μας. Χωρίς ποίμνιο, χωρίς «τυχερά», χωρίς κρατική ενίσχυσι, χωρίς καμμιά εξουσία (σημειωτέον πως η κρατική εξουσία εκεί δεν αναγνωρίζει καθόλου τους κληρικούς παρά μόνον τους εφοροεπιτρόπους των βακουφιών, οι ιερείς και οι επίσκοποι είναι ως μη υπάρχοντες), γαντζωμένοι σαν τα στρείδια στον βράχο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, χτυπούν καμπάνα και μ’ αυτήν διαλαλούν ότι υπάρχουν, ότι η Ρωμηοσύνη ζη και θα ζη έως ότου έλθη ο Ευλογημένος. Αμήν.

[*] Ομιλία του Γέροντος Δοσιθέου σε Ιερατική Σύναξη των Εφημερίων της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, που πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίας Φωτεινής Ιεράπετρας τη Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012.



Πηγή: Διμηνιαία έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπυτνής και Σητείας, «Άγκυρα Ελπίδος», περίοδος Β΄, τ.68, Μάϊος-Ιούνιος 2012