Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ



1. Στό προηγούμενο κήρυγμά μου, ἀδελφοί χριστιανοί, λέγαμε ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι μιά ἀνώτερη ἀφηρημένη δύναμη, ἀλλά εἶναι Πρόσωπο. Εἶναι ζωντανή ὕπαρξη. Ἔτσι ἀποκαλύφθηκε ἀπό παλαιά στόν Μωυσῆ, λέγοντάς του, «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν». Καί εἴπαμε ἀκόμη στό προηγούμενο κήρυγμα ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Τριάς. Ἁγία Τριάς. Ἀλλά θά ρωτήσει κανείς: Δέν εἶναι καλύτερα νά λέμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι ἕνας, ὅπως τόν πιστεύουν οἱ Μωαμεθανοί, καί ὄχι ὅτι εἶναι Τριάς; Αὐτό θά σᾶς ἐξηγήσω σήμερα καί παρακαλῶ προσέξτε:
Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι τήν θεότητά τους τήν χαρακτήριζαν ὡς ἀκίνητη, γιατί νόμιζαν ὅτι ἄν κινεῖται ὁ Θεός, τότε εἶναι ἀδύνατος καί ἀτελής. Ὁ Ἀριστοτέλης ἔλεγε ὅτι τό θεῖον εἶναι «ἀκίνητον» καί «ἀκοινώνητο», ὅτι δέν ἔχει δηλαδή κοινωνία μέ ἄλλα πρόσωπα καί ὅτι εἶναι τελείως ὑπερβατικό, δηλαδή, ὅτι ζεῖ ἐκεῖ πολύ ψηλά, μακρυά ἀπό μᾶς, χωρίς καμμία σχέση μαζί μας.
Ὁ δικός μας ὅμως Θεός, ἀδελφοί μου, ὅπως Τόν παρουσιάζει ἡ Ἁγία Γραφή καί τόν ἔζησαν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι «κινητικός» καί «κοινωνικός». Εἶναι Θεός Ἀγάπη. Καί ὡς Πρόσωπο καί ὡς Ἀγάπη, λοιπόν, ὁ Θεός εἶναι καί κοινωνικός καί κινητικός. Θέλει νά ἔχει κοινωνία καί μέ ἄλλα πρόσωπα. Κοινωνία ἐννοῶ ὄχι μιά ἁπλῆ σχέση, ὅπως μέ τήν κτίση καί ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, ἀλλά κοινωνία στενοτέρα, κοινωνία κατά τήν οὐσία Του. Κοινωνία μέ ὁμοούσια πρόσωπα. Ἔτσι ὁ Θεός μας εἶναι ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ. Ἀλλά γιατί Τριάς; Τό νά εἶναι ἕνα πρόσωπο ὁ Θεός, τό νά εἶναι Μονάδα, ἀποκλείεται. Γιατί ἡ μονάδα σημαίνει ἀπομόνωση. Ὁ Θεός εἴπαμε, ὡς πρόσωπο καί ἀγάπη θέλει κατ᾽ οὐσίαν κοινωνία καί μέ ἄλλα πρόσωπα. Ἀλλά καί τό νά εἶναι δύο πρόσωπα, τό νά εἶναι δυάδα ὁ Θεός, καί αὐτό ἀποκλείεται. Γιατί δυάδα σημαίνει ἀντίθεση τῶν δύο καί περιορισμό. Αὐτή ἡ ἀντίθεση καί αὐτός ὁ περιορισμός αἵρεται μέ τήν Τριάδα. Ἤ γιά νά τό ποῦμε καλύτερα, ὅπως τό εἶπε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, ὁ Θεός μας, ἀντίθετα σ᾽ αὐτά πού ἔλεγαν οἱ Ἕλληνες πολυθεϊστές, ὁ Θεός μας, λέγω, εἶναι τέλεια καί πλούσια Μονάδα, ἡ ὁποία κινήθηκε (γιατί ὁ Θεός εἶναι κινητικός, εἴπαμε) καί ἔφθασε καί ὑπερέβηκε τήν δυάδα καί σταμάτησε στήν τριάδα. Λέγει ἐπί λέξει ὁ ἅγιος Πατέρας: «Μονάς ἀπ᾽ ἀρχῆς εἰς δυάδα κινηθεῖσα μέχρι τριάδος ἔστη»!

Αγία Τριάδα και ανθρώπινο πρόσωπο: Οι αναλογίες μεταξύ τους Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware


[Προηγούμενη δημοσίευση:http://bitly.com/1GUqvMm]
Οι ενδοπροσωπικές αναλογίες της Τριάδος υπογραμμίζονται ιδιαιτέρως από τους τρεις Ησυχαστές του 14ου αιώνος, τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον άγιο Θεόληπτο Φιλαδελφείας και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά[27]. Ο πρώτος εξ αυτών, ο Γρηγόριος Σιναΐτης επιστρέφει στο ίδιο σχήμα που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, δηλαδή νους, λόγος, πνεύμα:
«Στον άνθρωπο υπάρχει νους, λόγος και πνεύμα. Και δεν υπάρχει νους χωρίς λόγο, ούτε λόγος χωρίς πνεύμα∙ και το ένα είναι μέσα στο άλλο, και καθένα χωριστά, γιατί ο νους εκφράζεται με τον λόγο, και ο λόγος φανερώνεται με το πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος παρέχει αμυδρή εικόνα της ανώνυμης και αρχέτυπης Τριάδος, και φανερώνει και με αυτό το κατ’ εικόνα»[28] .
endopros2
Έτσι, διά των τριών αυτών δυνάμεων του ανθρώπου, του νοός, του λόγου και του πνεύματος, προσφέρουμε στην Αγία Τριάδα αυτό που ο Γρηγόριος Σιναΐτης ονομάζει «Τριαδική λειτουργία»[29]
Η δεύτερη από τις μαρτυρίες μας του 14ου αιώνα ανήκει στον Θεόληπτο, και αποκλίνει κατά πολύ σημαντικό τρόπο από το ενδοπροσωπικό τριαδικό σχήμα που μέχρι τότε επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων συγγραφέων. Καθώς ομιλεί με όρους νοός, λόγου και πνεύματος – το σχήμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου- επιπλέον συνδέει το τρίτο στοιχείο, το πνεύμα με την αγάπη (τον έρωτα).
«Η προσευχή, λοιπόν, ανακαλώντας τις δυνάμεις της ψυχής από τον διασκορπισμό που προκαλούν σ’ αυτές τα πάθη, τις συνδέει μεταξύ τους∙ και συνδέοντας τότε μαζί της την τριμερή ψυχή, τη συμφιλιώνει με τον ένα τρισυπόστατο Θεό … Έτσι και η καθαρή προσευχή, συναπτόμενη με το νου, το λόγο και το πνεύμα, με τον λόγο επικαλείται το θείο όνομα, με το νου ατενίζει σταθερά τον παρακαλούμενο Θεό, ενώ με το πνεύμα εκδηλώνει την κατάνυξη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και έτσι εξευμενίζει την άναρχη Τριάδα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό»[30].
Ο τρόπος με τον οποίον ο Θεόληπτος εδραιώνει σύνδεσμο μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και της ιδιότητος της αγάπης εγείρει το ερώτημα: γνώριζε την πραγματεία του Ιερού Αυγουστίνου Περί Τριάδος; Είναι ασφαλώς πιθανό, διότι το έργο του Αυγουστίνου είχε μεταφραστεί στα Ελληνικά περί τα τέλη του 13ου αιώνα από τον Μάξιμο Πλανούδη[31].
Την Τριαδική διδασκαλία του Θεολήπτου ακολούθησε πιστά ο μαθητής του άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, προστάτης της πόλεως στην οποίαν συναντώμεθα[32]. Όπως και ο Θεόληπτος, ο Παλαμάς συσχετίζει τον Πατέρα με τον ανθρώπινον νουν, τον Υιόν με τον Λόγον και το Πνεύμα με την ανθρώπινη αγάπη, τον έρωτα. Με λόγους που θυμίζουν την άποψη του Αυγουστίνου για το Πνεύμα ως «δεσμόν αγάπης» μεταξύ Πατρός και Υιού, ο Παλαμάς αναφέρεται στο τρίτο Πρόσωπο της Τριάδος ως «οἷόν τις ἔρως ἐστίν ἀπόρρητος τοῦ Γεννήτορος πρός αὐτόν τόν ἀπορρήτως γεννηθέντα Λόγον∙ ᾧ καί αὐτός ὁ τοῦ Πατρός ἐπέραστος Λόγος καί Υἱός χρῆται πρός τόν Γεννήτορα». Αναπτύσσοντας το σημείο, ο Παλαμάς δηλώνει: «Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση». Φοβούμενος όμως μήπως κατηγορηθεί ότι υπερασπίζεται το Filioque, ο Παλαμάς αμέσως προσθέτει ότι «η υποστατική Του προέλευσις εκπορεύεται μόνον από τον Πατέρα»[33]. Ο Αυγουστίνος, όμως, θα ήταν σύμφωνος με το σημείο αυτό, όπως έχουμε ήδη δει.
[Συνεχίζεται]
[27] Βλ. Sinkewicz, όπ. παραπ. σελ. 16-34. Για τον Παλαμά, συμβουλευθείτε επίσης M.E. Hursey, “The Palamite Trinitarian Models”, St Vladimir Theological Quarterly 16:2 (1972), σελ. 83-89∙ Jacques Lison, L’ Esprit répandu : la pneumatologie de Grégoire Palamas (Paris 1994) σελ. 87-89 και την λεπτομερή μελέτη υπό Γιάννη Δημητρακοπούλου, Αυγουστίνος και Γρηγόριος Παλαμάς: τα προβλήματα των Αριστοτελικών κατηγοριών και της Τριαδικής Ψυχοθεολογίας (Αθήναι 1997).
[28] Κεφάλαια,  31
[29] Κεφάλαια, 43.
[30] Λόγος περί εσωτερικής εν Χριστώ εργασίας, και μοναχικής ζωής, Φιλοκαλία Δ’.
[31] Η Ελληνική Μετάφραση του Πλανούδη, μαζί με το αρχικό Λατινικό κείμενο έχουν εκδοθεί από τους  Μ. Παπαθωμόπουλο, Ι. Τσαβαρή και G. Rigotti (Ακαδημία Αθηνών, Βιβλιοθήκη Α. Μανούση 3, τόμ. 1-2, Αθήνα 1995).
[32] Περί των επιρροών του Θεολήπτου επί του Παλαμά, βλ. J. Meyendorff, Gregoire Palamas: Défense des Saints Hésychastes, Spicilegium Sacrum Lovaniense 30-31 (Louvain 1959), σελ. xxxix-xI.
[33] Εκατόν Πενήντα φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια, 36. Ο Βλαδίμηρος Λόσκυ παραβλέπει το κείμενο αυτό του Παλαμά όταν επιβεβαιώνει κατά γενικόν τρόπον: «Το Πνεύμα ποτέ δεν μπορεί να παρομοιασθεί με την αμοιβαία αγάπη Πατρός και Υιού» (Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 81).

Περί της Αγίας Τριάδος - Ποιος είναι ο Θεός Ιωάννου Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας»


Μέρος Πρώτον: Στοιχεία Ορθοδόξου ανθρωπολογίας και Θεολογίας

37.  Περί της Αγίας Τριάδος - Ποιος είναι ο Θεός
Από την εμπειρία της θεώσεως αποκαλύπτονται ωρισμένες διαφοροποιήσεις. Πώς γνωρίζομε π.χ. ότι υπάρχει διάκρισις μεταξύ των Προσώπων της Αγίας Τριάδος; Πώς γνωρίζομε ότι υπάρχουν τρία Φώτα, τα οποία είναι ένα Φως;
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αρχίζουν από την Αγία Γραφή για να θεολογήσουν. Αλλά, για να κατανοήσουν της Αγία Γραφή, ξεκινάνε από την ίδια την εμπειρία τους, της θεώσεως. Γι’ αυτό θα βρούμε ότι στην επιχειρηματολογία των Πατέρων, όταν καταφέρωνται συγκεκριμένα εναντίον των αιρετικών, δεν επικαλούνται μόνο την Αγία Γραφή, αλλά επικαλούνται και την ιδική τους προσωπική εμπειρία της θεώσεως. Από την ιδική τους εμπειρία ξέρουν λοιπόν πολύ καλά ότι ο Θεός είναι Φως. Αλλά ο Θεός δεν είναι μόνο Φως. Ο Θεός είναι και Σκότος! Όχι Σκότος βέβαια όπως το κτιστό σκότος, που είναι η απουσία του φωτός (το κτιστό σκότος δεν έχει ιδική του υπόστασι), αφού δεν υπάρχει, όπως είπαμε, καμμία ομοιότης μεταξύ Θεού και κτισμάτων. Από που λοιπόν ξέρουν οι Πατέρες αυτό το πράγμα, ότι ο Θεός είναι Φως αλλά είναι και Σκότος;
Ξέρουν βέβαια από την Αγία Γραφή, από τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και από όλην την Εβραϊκή παράδοσι ότι δεν υπάρχει καμμία ομοιότης μεταξύ Θεού και κτισμάτων. Αλλά αυτό το ξέρουν και από την ιδική τους εμπειρία. Οι ίδιοι ιδόντες τον Θεόν γνωρίζουν τον Θεόν και κατανοούν όσα έγραψαν οι Προφήτες και οι προ αυτών Άγιοι της Εκκλησίας γι’ αυτό το θέμα. Επίσης έχοντας διαβάσει τους Προφήτες, όταν δουν τον Θεόν, αμέσως αναγνωρίζουν, πληροφορούνται ότι εκείνο που βλέπουν είναι το ίδιο με εκείνο που προσεγγιστικά περιγράφουν οι Προφήτες.
Οι Προφήτες, όταν μιλούσαν για τις αποκαλύψεις του Θεού σ’ αυτούς, ανέφεραν ότι στην εμπειρία τους απεκαλύπτετο ένας Άγγελος του Θεού, τον οποίο ωνόμαζαν Γιαχβέ, Κύριο της δόξης, Μεγάλης βουλής Άγγελο, κλπ.
Αυτός ο Άγγελος, ο οποίος στην Παλαιά Διαθήκη ονομάζεται Θεός και Γιαχβέ, πάντοτε υπήρχε στις αποκαλύψεις του Θεού προς τους Προφήτες. Ουδέποτε στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται ο Θεός, χωρίς να αποκαλύπτεται μέσω αυτού του Αγγέλου, δηλαδή μέσω του Γιαχβέ. Αυτό σημαίνει ότι ήδη στην Παλαιά Διαθήκη έχομε σαφώς αναφορά στα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αυτά είναι ο Άγγελος (ο Υιός) και ο Θεός (ο Πατήρ).
Αυτή είναι η θεμελιώδης διδασκαλία όλων των Πατέρων της Εκκλησίας, Δύσεως και Ανατολής, Λατινοφώνων και Ελληνοφώνων με μόνη εξαίρεσι τον Αυγουστίνο. Όλοι οι Λατινόφωνοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως π.χ. ο Τερτυλιανός, ο Κυπριανός Καρχηδόνος, ο Νοβατιανός, ο Ιλαρίων κλπ., δηλαδή όλοι όσοι έχουν γράψει περί του δόγματος της Αγίας Τριάδος στην Δύσι στην Λατινική γλώσσα, όλοι ακολουθούν την ίδια παράδοσι με μοναδική εξαίρεση τον Αυγουστίνο80.

Ὅσιος Ἰωάννης Δαμασκηνός - Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος


(Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, Α´ (8) 8. J.-P. MIGNE, P.G, Ρ.Ο. 94, 808-833)

Πιστεύουμε σ᾿ ἕνα Θεό, μία πρωταρχικὴ αἰτία, χωρὶς ἀρχή, ἀδημιούργητη, ἀγέννητη, ἄφθαρτη καὶ ἀθάνατη(...).
Πιστεύουμε σ᾿ ἕναν Πατέρα, ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ αἰτία ὅλων τῶν δημιουργημάτων, ποὺ δὲ γεννήθηκε ἀπὸ κανέναν, πού μόνος αὐτὸς εἶναι χωρὶς ἀρχικὴ αἰτία καὶ ἀγέννητος· ὁ ὁποῖος εἶναι βέβαια δημιουργὸς ὅλων, ἀλλὰ κατ᾿ οὐσία Πατέρας ἑνὸς καὶ μόνου, δηλαδὴ τοῦ μονογενῆ Υἱοῦ του, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἶναι προβολέας τοῦ Παναγίου Πνεύματος(...).
Πιστεύουμε καὶ σ᾿ ἕναν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ μονογενή, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Πατρὸς προαιωνίως· φῶς ποὺ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ φῶς, Θεὸ ἀληθινὸ πού γεννήθηκε ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεό· Υἱὸ ποὺ γεννήθηκε καὶ δὲ δημιουργήθηκε, ποὺ εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα καὶ εἶναι αὐτὸς διὰ τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκαν τὰ πάντα. Ὅταν λέμε ὅτι «αὐτὸς ἐγεννήθη πρὸ πάντων τῶν αἰώνων», δεικνύουμε ὅτι ἡ γέννησή του εἶναι ἄχρονη καὶ χωρὶς ἀρχή· διότι δὲν ἔφθασε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀκτινοβολία τῆς θείας δόξας, ὁ τύπος τῆς ὑποστάσεως τοῦ Πατρός, ἡ ζωντανὴ σοφία καὶ δύναμη, ὁ Λόγος, ὁ ὁποῖος ἔχει προσωπικὴ ὑπόσταση, ἡ οὐσιώδης καὶ τέλεια καὶ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, ἀλλὰ συνυπῆρχε πάντοτε μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἦταν στοὺς κόλπους του, καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὸν προαιωνίως καὶ χωρὶς ἀρχή· διότι ποτὲ δὲν ὑπῆρχε ὁ Πατὴρ χωρὶς νὰ ὑπάρχει ὁ Υἱός, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπῆρχαν ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτόν(...).
Ὅμοια πιστεύουμε καὶ σ᾿ ἕνα Πνεῦμα Ἅγιο, τὸ Κύριο καὶ ζωοποιὸ, τὸ ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀναπαύεται στὸν Υἱὸ, τὸ ὁποῖο προσκυνεῖται καὶ δοξάζεται ὁμοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, διότι εἶναι ὁμοούσιο καὶ συναιώνιο· στὸ Πνεῦμα ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ εὐθές, τὸ ἡγεμονικό, τὴν πηγὴ τῆς σοφίας καὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, τὸ ὁποῖο εἶναι Θεὸς καὶ συνυπάρχει καὶ προσφωνεῖται ὁμοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἀδημιούργητο, πλῆρες, δημιουργικό, παντοκρατορικό, παντουργό καὶ παντοδύναμο(...).

Τί είναι η θεία αποκάλυψη; † π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ;
(Συνοπτικά)

Σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία δεν θεμελιώνεται πάνω σε γραπτά κείμενα, αλλά στην ομολογία πως ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, πως δηλαδή στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε ο Θεός με τον άνθρωπο «αδιαιρέτως, ατρέπτως, ασυγχύτως, αχωρίστως», και ο άνθρωπος ήλθε σε πραγματική κοινωνία με τον Θεό, στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε υποστατικά, δηλαδή σε μία και μοναδική υπόσταση, ο Θεός και ο άνθρωπος.
 
Ο Υιός και Λόγος του Θεού συνεχίζει να είναι υποστατικά ενωμένος με το σώμα Του και σαν κεφαλή της Εκκλησίας είναι πάντοτε ενωμένος μαζί μας (Ματθ. ιη' 20. κη' 20). Την παρουσία του Χρίστου ενεργοποιεί το Άγιο Πνεύμα στη ζωή της Εκκλησίας (Α' Κορ. ιβ' 3), γι' αυτό και η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15. Πρβλ. Α' Κορ. β' 7-11).
 
Στο σώμα του Χρίστου, «στους αγίους» παραδόθηκε η αγία μας πίστη «άπαξ», μια για πάντα- όποιος δεν ανήκει σ' αυτό το σώμα, δεν μπορεί να ερμηνεύσει σωστά την αγία Γραφή (Β' Θεσ. γ' 6. Β' Πέτρ. γ' 16. Ιούδα 3-4). Μ' αυτή την έννοια η ιερή παράδοση είναι η εμπειρία της Εκκλησίας, η ιερή μνήμη της Εκκλησίας, που διαφυλάσσεται σαν πολύτιμος θησαυρός (Β' Τιμ. α' 13-14).
 
Η αγία Γραφή δεν περιλαμβάνει την πληρότητα της θείας αποκάλυψης. Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη υπογραμμίζεται η σημασία της προφορικής παράδοσης και η φροντίδα για τη μετάδοση της από γενεά σε γενεά (Ψαλμ. μγ' 2 / μδ' 1. Ιωήλ α' 3). Η Καινή Διαθήκη σημειώνει πως δεν περιέχει την πληρότητα των λόγων και των έργων του Χριστού (Ιω. κα' 25).
 
Η ίδια η αγία Γραφή κάνει χρήση της παράδοσης (Αριθ. κα' 14-15. Ματθ. β' 23. Πράξ. κ' 35. Β' Τιμ. γ' 8. Ιούδα 14). Ο Χριστός δεν παρακίνησε τους μαθητές του να γράψουν βιβλία, αλλά να κηρύξουν, υποσχόμενος πως θα βρίσκεται για πάντα μαζί τους (Ματθ. κη' 20) και ότι θα τους αποστείλει το Πνεύμα το Άγιο για να μείνει μαζί τους (Ιω. ιδ' 16), να τους διδάξει και να τους υπενθυμίσει το κήρυγμα Του (Ιω. ιδ' 25-26), να τους οδηγήσει «εις όλην την αλήθεια», αποκαλύπτοντας σ' αυτούς το βαθύτερο νόημα των λόγων του Χρίστου, όλα εκείνα που με τις δικές τους δυνάμεις δεν μπορούσαν να «βαστάξουν» (Ιω. ιστ' 12-15).
 
Αλλά και οι απόστολοι δεν περιορίσθηκαν στα γραπτά κείμενα- μετέδωσαν στους πρώτους χριστιανούς πολύ περισσότερα από εκείνα που κατέγραψαν «διά χάρτου και μελάνης» (Β' Ιω. 12. Γ' Ιω. 13-14. Α' Κορ. ια' 34). Μερικά από τα γραφόμενα αποδείχθηκαν ότι έχουν καιρική σημασία, γιατί δεν διατηρήθηκαν στη Εκκλησία: ο αριθμός των διακόνων (Πραξ. στ' 3), το τάγμα των χηρών (Α' Τιμ. ε' 9), το κάλυμμα των γυναικών (Α' Κορ. ια' 5), το νίψιμο των ποδιών (Ιω. ιγ' 14).
 
Στο κέντρο της αγίας Γραφής είναι το πρόσωπο του Χριστού (Ιω. ε' 38-39. Γαλ. γ' 24), χωρίς το Χριστό δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την αγία Γραφή (Β' Κορ. γ' 14). Έτσι η ενότης στο σώμα του Χριστού, δηλαδή στη Εκκλησία, εξασφαλίζει την καθαρότητα της ευαγγελικής αληθείας (Α' Τιμ. γ' 15).

Η αγία Γραφή δεν απευθύνεται σε διασκορπισμένα άτομα, αλλά σε πιστούς, που είναι συγκροτημένοι σε ένα σώμα. Η ιερή παράδοση είναι η ατμόσφαιρα μέσα στη όποια το σώμα ζει και κατανοεί ορθά την αλήθεια, είναι η διαρκής εμπειρία της Εκκλησίας, η συνείδηση της, όχι προσωπικές γνώμες, διδασκαλίες, εντάλματα ανθρώπων (πρβλ. Ήσ. κθ' 13. Ματθ. ιε' 3.4.9. Μάρκ. ζ' 8. Κολ. β' 8).

 
Μ ε βάση το θησαυρό της ιερής μνήμης της Εκκλησίας, η μελέτη της άγιας Γραφής οδηγεί στη ενότητα, όχι στη διάσπαση της Εκκλησίας. Μ' αυτό τον τρόπο εκπληρώνεται η επιθυμία του Χριστού για ενότητα των πιστών (Ιω. ιζ' 20-21). Γι’  αυτό και οι απόστολοι συνιστούσαν τους χριστιανούς να κρατούν τις παραδόσεις, δηλαδή τον θησαυρό που τους εμπιστεύθηκαν (Α' Κορ. ια' 2. Φιλιπ. δ' 9), «είτε δια λόγου, είτε δι' επιστολής» (Β' Θεσ. β' 15. πρβλ. Β' Τιμ. α' 13).
 
Οι ποιμένες της Εκκλησίας τοποθετήθηκαν στη θέση αυτή για να αγρυπνούν, να είναι δηλαδή φύλακες (= επίσκοποι) της καθαρότητας της ζωής και της διδασκαλίας της Εκκλησίας (Πράξ. κ' 28-31): «να αναζωπυρής το χάρισμα του Θεού, το οποίον είναι εν σοι διά της επιθέσεως των χειρών μου... Κράτει το υπόδειγμα των υγιαινόντων λόγων, τους οποίους ήκουσας παρ' εμού... την καλήν παρακαταθήκην φύλαξον διά του Πνεύματος του Αγίου του ενοικούντος εν ημίν» (Β' Τιμ. α' 6. 13. 14), «και όσα ήκουσας παρ' εμού διά πολλών μαρτύρων, ταύτα παράδος εις πιστούς ανθρώπους, οι οποίοι θα είναι ικανοί να διδάξουν και άλλους» (Β' Τιμ. β' 2).
 
Με άλλα λόγια η αποστολική διαδοχή συμβαδίζει με την αποστολική διδαχή. Με αυτή την έννοια κατανοούμε τους λόγους του αγίου Ιγνατίου (110): «Διότι ο Ιησούς Χριστός, η αληθινή μας ζωή, είναι η γνώμη του Πατρός, όπως επίσης και οι επίσκοποι οι οποίοι έχουν κατασταθεί εις τα πέρατα της γης είναι με την γνώμη του Ιησού Χριστού («εν Ιησού Χριστού γνώμη»). Λοιπόν, πρέπει και σεις να παρακολουθείτε τη γνώμη του επισκόπου, πράγμα το οποίο και κάμνετε, διότι το άξιον του ονόματος του πρεσβυτέριό σας, το όποιον είναι και του Θεού άξιο, είναι συνηρμοσμένο με τον επίσκοπο, όπως οι χορδές εις την κιθάρα» (Ίγν., Έφεσ. III, 2-IV,1).

Η Αγία Τριάδα † π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ
Πιστεύουμε σε ένα Θεό, που είναι τέλειος και όχι ατε­λής. Η μία θεία ουσία είναι απλή και όχι σύνθετη. Γι' αυτό και όταν λέμε πως πιστεύουμε σε Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, δεν εννοούμε τρεις θεούς, αλλά Ένα: Μία Ουσία σε τρεις Υποστάσεις.
Ο Πατέρας είναι η μοναδική αιτία και η μοναδική πη­γή, από την οποία πηγάζει η θεία ύπαρξη του Υιού διά της προαιώνιου γεννήσεως, και του Αγίου Πνεύματος διά της προαιώνιου εκπορεύσεως. Τα τρία πρόσωπα της μιας Θεότη­τας αλληλοϋπάρχουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως συγχέον­ται· «Εγώ εν τω πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» (Ιω. ιδ' 10-11). Αυτό το «εγώ», σε αντιπαραβολή με το «ο Πατήρ», δηλώνει πως πρόκειται για δύο πρόσωπα, όχι για ένα. Το ίδιο και η δήλωση του Ιωάννη: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν... Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν... Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. α' 1.14).
Ιδιαίτερο πρόσωπο είναι επίσης και το Άγιο Πνεύμα. Η λέξη «πνεύμα» έχει στη Γραφή πολλές έννοιες· σημαίνει βέβαια και τη δύναμη του Θεού (Κριταί ια' 29. ιδ' 6), αλλά και ο ίδιος ο Κύριος ονομάζεται δύναμη (Ματθ. κστ' 64). Υπάρχουν ακόμη εδάφια που διακρίνουν το Άγιο Πνεύμα από τη δύναμη του Θεού (Mιx. γ' 8. Πράξ. ι' 38. Ρωμ. ιε' 13. Α' Κορ. β' 4. Β' Κορ. στ' 6-7. Α' Θεσ. α' 5).
Οι Θείες Υποστάσεις διακρίνονται με το διαφορετικό τρόπο που μεταδίδεται σ' Αυτές η κοινή Θεία ουσία από τη μία «πηγή» (γέννηση-εκπόρευση). Όμως γίνεται διάκριση μεταξύ της προαιώνιας εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα και της αποστολής του για χάρη της σωτη­ρίας του ανθρώπου μέσα στην ιστορία (θεία οικονομία). Έ­τσι το Πνεύμα το Άγιο εκπορεύεται, δηλαδή έχει την αιτία της αϊδίου υπάρξεώς Του από τον Πατέρα και στέλλεται σε μάς διά του Υιού, προκειμένου να τελειώσει το έργο του Υιού (Ιω. ιδ' 26. ιε' 26).
Θα ήταν βλάσφημο να πούμε πως το Άγιο Πνεύμα δεν συνδέεται άμεσα με τον Πατέρα, τη μόνη πηγή της Θεότητος. Το ίδιο άτοπο θα ήταν να πούμε πως με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος δεν συμμετέχουν στο έργο της σωτηρίας ο Πατήρ και ο Υιός. Αντίθετα πιστεύουμε πως για τη σωτη­ρία του κόσμου αποστέλλεται το Άγιο Πνεύμα εκ του Πα­τρός διά του Υιού. Όπως η δημιουργία έγινε εκ του Πατρός διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι, έτσι και η αναδημιουργία, δηλαδή η σωτηρία του κόσμου συντελείται με τη συμμετοχή και των τριών Θείων Προσώπων.
Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Η ΘΕΩΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ Από το έργο του, "Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου". Του κ. Ιω. Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου


Ο  άγ. Μάξιμος γεννήθηκε στην ΚΠολη από ευγενή οικογένεια και υπήρξε Αρχιγραμματέας του Αυτοκράτορα Ηράκλειου. Όταν ο Αυτοκράτορας κατέστη αιρετικός Μονοθελήτης, εγκατέλειψε τα πάντα και εκάρη μοναχός. Πέτυχε καταδίκη της αίρεσης του Μονοθελητισμού στη Σύνοδο του Λατερανού (649) και αγωνίσθηκε να μην εδραιωθεί η αίρεση αυτή στην Ανατολή. Κυνηγήθηκε από τις Εκκλησίες της Ανατολής, συνελήφθη από τον Αυτοκράτορα Κώνστα Β΄ και του κόπηκε η γλώσσα και το δεξί χέρι. Έγραψε πολλά έργα: Τα «Κεφάλαια περί Αγάπης», «Η Μυσταγωγία», εξηγήσεις πάνω στα συγγράμματα του Αγ. Διονυσίου Αεροπαγίτη (ψευδο-Διονύσιου), καθώς και πολλά έργα κατά του Μονοφυσιτισμού και Μονοθελητισμού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 21 Ιανουαρίου.
Ο Μονοθελητισμός είχε ήδη ξεκινήσει επί  Ιουστινιανού Α΄ (γνωστού Μονοθελίτη) και κορυφώθηκε επί Ηρακλείου και Κώνστα Β΄ (642-668), με τη δημοσίευση του «Τύπου». Η Ρώμη κατά την περίοδο αυτή αντέδρασε και δεν υπετάγη στον Μονοθελητισμό. Ούτε ο Θεόδωρος Α΄ (642-649), ούτε ο Μαρτίνος Α΄ (649-655), ούτε ο Ευγένιος Α΄ (654-657), ούτε ο Βιταλιανός (657-672) προσεχώρησαν, μάλιστα δε των τριών πρώτων το μνημόσυνο είχε διακόψει η ΚΠολη, το επανέφερε δε στον τελευταίο, καθότι αυτός ειδοποίησε τον Αυτοκράτορα για την εκλογή του. Οι τρεις τελευταίοι είναι 'Αγιοι από τον Παπισμό, ο δε δεύτερος και από την Ορθοδοξία. Ο Μαρτίνος Α΄ μαρτύρησε αρνούμενος τον Μονοθελητισμό και πέθανε στις 16.9.655. Η Ρώμη είχε εκλέξει τον Ευγένιο Α΄ ενώ ζούσε ο Μαρτίνος Α΄. Ο Ευγένιος Α΄ εκλέχθηκε στις 10.8.654, ενώ ο εξόριστος Μαρτίνος Α΄ δεν διαμαρτυρήθηκε. Πρώτη ενέργεια του Ευγένιου Α΄ ήταν να αποκαταστήσει καλές σχέσεις και διάλογο με την ΚΠολη, σχετικά με την αίρεση αυτή, γι' αυτό έστειλε στην ΚΠολη αντιπροσωπεία για συζητήσεις. Η αντιπροσωπεία προσκόμισε στη Ρώμη επιστολή του ΚΠόλεως Πέτρου, η οποία θεωρήθηκε ύποπτη και σκοτεινή και απάδουσα προς την εκκλησιαστική τάξη, είναι δε σαφώς αιρετική και πολύ χειρότερη από εκείνες των προκατόχων του. Η επιστολή αυτή δημιούργησε σφοδρές αντιδράσεις στη Ρώμη, μέχρι που εμποδίστηκε ο Πάπας να τελέσει τη λειτουργία των Χριστουγέννων, αν δεν καταδίκαζε την επιστολή. Πράγματι, ο Ευγένιος απάντησε στον Πατριάρχη με ρητή καταδίκη για όσα ανέφερε στην επιστολή του. Όταν ο Αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ πληροφορήθηκε την άμεση ενέργεια του Πάπα, σχεδίαζε πως να εξοντώσει και αυτόν, αλλά δεν πρόφθασε, διότι ο Πάπας πέθανε στις 2.6.657. Εκτός από τη Σύνοδο του Λατερανού (649), που καταδίκασε επίσημα τον Μονοθελητισμό, μια Σύνοδος των Αφρικανών Επισκόπων (646) είχε ήδη καταδικάσει επίσημα τον Μονοθελητισμό. Κανείς λοιπόν από τους ανωτέρω Πάπες δεν προσχώρησε στον Μονοθελητισμό, ούτε ο Πάπας Ευγένιος Α΄, μάλιστα δε ο αποκρισάριος του Πάπα Βιταλιανού στην ΚΠολη, Αναστάσιος, μαρτύρησε μαζί με τον άγιο Μάξιμο και τον μαθητή του Αναστάσιο. Αν κάποιος από τους Πάπες αυτούς είχε προσχωρήσει στον Μονοθελητισμό, τότε θα αφοριζόταν από την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (680), όπως αφορίσθηκαν οι: Ρώμης Ονώριος (625-638), ΚΠόλεως Σέργιος Α΄ (610-638), Πύρρος Α΄ (638-641), Παύλος Β΄ (641-653), Πέτρος (654-666) και Αλεξανδρείας Κύρος (630-643) ως αιρετικοί Μονοθελήτες. Η Σύνοδος λοιπόν αυτή αφόρισε 6 Πατριάρχες!!!
Συμπερασματικά, όταν αγωνιζόταν ο άγιος Μάξιμος (580-662) κατά του Μονοθελητισμού δεν ήταν μόνος. Είχε πίσω του τουλάχιστον την Εκκλησία της Ρώμης και τους Επισκόπους της Αφρικής.